Παρασκευή, 1 Νοεμβρίου 2013

Έπιπλα – Σκεύη (πού ξέχασες)

Έπιπλα – Σκεύη (Ορεινή Αχαία-Ηλεία)


ΑΡΜΑΡΙ

    Το αρμάρι ήταν ξύλινο και συνήθως έμπαινε σε κάποια εσοχή παραθύρου. Χωριζόταν σε ράφια και έκλεινε με μικρές δίφυλλες πόρτες με τζαμλίκια. Πάνω στα ράφια στρώνονταν άσπρα χαρτιά ή υφάσματα με νταντέλες. Μέσα έμπαιναν τα πιατικά και τα κρύσταλλα και καμιά φορά φαγητά και τρόφιμα. Αργότερα ήταν μια τετράγωνη μεταλλική ντουλάπα με σίτα γύρω-γύρω που κρεμιόταν από τα πάτερα ή από το ταβάνι, όπου έβαζαν τα τρόφιμα.

ΓΙΟΥΚΟΣ

    Πάνω σε μια βάση ή σε μια κασέλα τοποθετούσαν με σειρά διπλωμένα ομοιόμορφα τα χοντρά κυρίως ρούχα του σπιτιού, όπως σαϊσματα, κουβέρτες, απλάδια, φλοκάτες, παπλώματα κ.α. Αν το σπίτι είχε κορίτσια τότε για το καθένα υπήρχε και ο γιούκος του, ο οποίος ανάλογα με την ηλικία(του κοριτσιού), ήταν και το ύψος του γιούκου. Πολλές φορές το χρόνο και ιδίως την άνοιξη οι νοικοκυρές τα έβγαζαν στα μπαλκόνια και τα άπλωναν στις ξύλινες φράχτες για να αεριστούν και να τα δουν οι υποψήφιοι γαμπροί ή να τα επιδείξουν στη γειτονιά.

ΕΙΚΟΝΟΣΤΑΣΙ

    Το εικονοστάσι στην αρχή ήταν μια σανίδα στερεωμένη στην ανατολική γωνία του υπνοδωματίου αν υπήρχε και πάνω ακουμπούσαν τις εικόνες. Από το ταβάνι στερεωνόταν το καντήλι που με αλυσίδες κατέβαινε μέχρι κάτω για να διευκολύνεται το άναμμα. Αργότερα έγινε ξύλινο έπιπλο με δίφυλλες τζαμωτές πόρτες που μέσα έβαζαν τις εικόνες, αγιασμό, βάγια και ότι άλλο κλαδί έπαιρναν από τις γιορτές. Δίπλα του τοποθετούσαν τη στεφανοθήκη του ζευγαριού.

ΚΑΔΡΟ

     Ήταν ξύλινα πλαίσια σκαλιστά με τζάμι που μέσα έβαζαν φωτογραφίες, εικόνες, κεντήματα και τα κρεμούσαν στον τοίχο ή στο τζάκι.

ΚΑΘΙΣΜΑΤΑ

     Τα πρώτα καθίσματα που χρησιμοποιούσαν οι κάτοικοι ήταν τα τσιούμπια από κορμούς δέντρων και τα σκαμνιά φτιαγμένα από σανίδες, ύψους 30-40 εκατοστών. Αργότερα χρησιμοποιούσαν τις ξύλινες καρέκλες με το ξύλινο ή ψάθινο κάθισμα και αν δεν έφταναν τα καθίσματα κάθονταν στο σαμάρι, στο κασόνι ή στο κάρτο που χρησίμευε για το μέτρημα των δημητριακών.

ΚΑΘΡΕΠΤΕΣ

     Υπήρχαν διαφόρων ειδών καθρέπτες, άλλοι τοποθετημένοι στα φύλλα των ντουλαπιών και άλλοι ως κομμάτια τζαμιών κρεμασμένοι με σκοινί στον τοίχο ή ακουμπισμένοι στα έπιπλα.

ΚΑΣΕΛΑ

     Επίμηκες ξύλινο κιβώτιο, απλό ή σκαλιστό στην μπροστινή όψη του με χερούλια δεξιά και αριστερά για να πιάνεται. Μέσα έβαζαν ρούχα, τρόφιμα και άλλα αντικείμενα.

ΚΑΣΟΝΙ

    Είναι ένα απλό μεγάλο ξύλινο πλατανίσιο κιβώτιο με διαστάσεις 2x1x1 μέτρα με το μισό φύλλο της πάνω πλευράς να ανοίγει. Εσωτερικά χωριζόταν σε διαμερίσματα(μάτια) και έβαζαν γεννήματα (βρόμη, στάρι, καλαμπόκι), τραχανά, μανέστρα μέσα σε πανινοσακούλες φτιαγμένες στον αργαλιό και διάφορα άλλα τρόφιμα. Τα κασόνια τα τοποθετούσαν στα σπίτια, στην αποθήκη ή στο κατώι.

ΚΟΥΝΙΑ ή ΣΑΜΑΡΙΤΣΑ

     Η κούνια ήταν ξύλινη κατασκευή από ντόπιους μαστόρους που κοίμιζαν και κούναγαν τα παιδιά μέχρι να περπατήσουν. Την κούνια την έλεγαν σαμαρίτσα και ήταν σαν σαμάρι ανάποδο για να κουνιέται.

ΚΡΕΒΑΤΙ

     Τα κρεβάτια ήταν πρόχειρες κατασκευές από δύο τρίποδα σχήματος Π που πάνω τους έβαζαν σανίδια. Πάνω στις σανίδες έστρωναν σαϊσματα ή φτιαχτά στρώματα που τα γέμιζαν με πούσια (φλούδες αραποσιτιού), άχερα ή κουρέλια. Για σκέπασμα είχαν κουρελούδες, μπαντανίες και κουβέρτες. Για κρεβάτι χρησιμοποιούσαν επίσης τα κασόνια και τις κασέλες. Το κρεβάτι σκεπαζόταν όταν δεν το χρησιμοποιούσαν, με πολύχρωμες κουβέρτες με κρόσσια και υφασμάτινες ταινίες. Κάτω από τα κρεβάτια έκρυβαν καλάθια, παπούτσια και διάφορα αντικείμενα.

ΚΡΕΜΑΣΤΡΑ

     Μια σανίδα με βιδωμένους γάντζους ή καρφωμένες πρόκες στερεωμένη δίπλα ή πίσω από την πόρτα, χρησίμευε για κρεμάστρα των επισκεπτών. Υπήρχαν και κρεμάστρες του εμπορίου με ξύλινες χειρολαβές για το κρέμασμα των ρούχων.

ΜΠΑΟΥΛΟ

     Το μπαούλο ήταν ένα ξύλινο μακρόστενο κιβώτιο με μήκος ένα μέτρο, πλάτος 50 εκατοστά και ύψος 60 εκατοστά, από τα οποία τα 10 καταλαμβάνει το καπάκι στην επιφάνεια (η οποία ήταν όλη ανοιγόμενη). Δεξιά και αριστερά είχε μεταλλικά χερούλια, ενώ στην μπροστινή όψη υπήρχαν κλειδαριές που κούμπωναν στο καπάκι. Η επιφάνειά τους ήταν μεταλλική ή ξύλινη λουστραρισμένη με παραστάσεις σκαλιστές ή ανάγλυφες, διακοσμημένες με μεταλλικά καρφιά. Το μπαούλο χρησίμευε για να αποθηκεύουν οι νοικοκυρές και οι νυφάδες  τα χρήματα, τα προικιά τους, τα ρούχα τους και στις γωνίες του έκρυβαν οτιδήποτε πολύτιμο είχαν (φωτογραφίες, συμβόλαια, ταυτότητες και χρήματα). Την επιφάνειά του τη χρησιμοποιούσαν για κάθισμα.

ΠΙΑΤΟΘΗΚΗ

    Απλό ξύλινο έπιπλο καρφωμένο στον τοίχο της κουζίνας.

ΤΡΑΠΕΖΙ

    Το τραπέζι ήταν τετράγωνο ή μακρόστενο, ενός μέτρου ύψους, με τέσσερα πόδια ξύλινα με στρωμένες σανίδες πάνω του. Το χρησιμοποιούσαν για το φαγητό, για να ανοίγουν οι νοικοκυρές φύλο για το στρωτό ή να κόβουν τις χυλόπιτες, να τρίβουν και να απλώνουν τον τραχανά, να γράφουν και να διαβάζουν τα παιδιά. Εκτός από το ψηλό τραπέζι υπήρχε και το χαμηλό ( ο σοφράς) περίπου 30 εκατοστών, το οποίο χρησίμευε για να τρώνε στο παραγώνι και για να κάνει η νοικοκυρά τις καθιστικές δουλειές.

ΦΟΡΤΣΕΡΙ
Ξύλινο έπιπλο μικρότερο από μπαούλο για να τοποθετούν ασπρόρουχα ή πιατικά ή αντικείμενα αξίας.


Βαρέλα
Κυλινδρικό ξύλινο βαρελάκι που το κρεμούσαν με σχοινί ή αλυσίδα. Αποτελείτο από μικρές σανίδες(δόγες)και δύο πάτους που δενόταν με δύο σιδερένια στεφάνια. Στο πάνω μέρος είχε το στόμιο με το φελλό ή το ξύλο. Μετέφεραν νερό στο αμπέλι ή στο χωράφι. Χωρούσε 3-5 λίτρα νερό ή κρασί.

Βαρέλι
Κυλινδρικό ξύλινο δοχείο, που στη μέση ήταν πιο παχύ. Δενόταν συνήθως με τέσσερα σιδερένια ή ξύλινα στεφάνια. Είχε δύο τρύπες, μια στη βάση για να βγαίνει το νερό και μια στη μέση της κυρτής επιφάνειας για να γεμίζει. Χρησιμοποιούσαν οι γυναίκες για να μεταφέρουν νερό από τη βρύση ή να το φορτώνουν στα ζώα δύο μαζί.

Γουβάς
Κωνικό μεταλλικό πλατύστομο σκεύος που στο πάτο του έφερε στεφάνι. Στα χείλη του πιάνετε καμπυλωτή σιδερόβεργα, για να κρατιέται. Το χρησιμοποιούσαν για πότισμα των ζώων και μεταφορά τροφών.
Γουδί

Πέτρινο ξύλινο και αργότερα μπρούτζινο που χτυπούσαν μέσα καρύδια, αμύγδαλα, σκόρδα και διάφορα τρόφιμα με τον ειδικό κόπανο(γουδοχέρι)

Δαχτυλήθρα

Μικρή μεταλλική θήκη που μπαίνει στο μεσαίο δάχτυλο του δεξιού χεριού και σπρώχνει την βελόνα ή την σακοράφα.

Κανάτα

Πήλινο, γυάλινο ή ξύλινο σκεύος με χερούλι στα πλάγια. Χρησιμοποιείται για να κερνάμε νερό ή κρασί στο τραπέζι. Το ξύλινο είναι με λεπτές δόγες που τις συγκρατούν μικρά στεφάνια.

Κανίστρα

Είναι πλατύστομο καλάθι πλεγμένο με λεπτό καλάμι και ψιλές βέργες. Οι μεγάλες έχουν πλεγμένες με βέργες δύο λαβές για να πιάνονται. Τη χρησιμοποιούσαν για κόλλυβα, ψωμί στα μνημόσυνα κλπ.

Καντήλι

Ήταν ένα ποτήρι γυάλινο ή σιδερένιο με ένα βαμβακερό φυτίλι γεμάτο λάδι και νερό. Αργότερα βγήκαν τα ποικιλόχρωμα με διάφορα σχήματα, με τις αλυσίδες που κρεμόταν από το ταβάνι δίπλα στα εικονίσματα που τραβώντας από τον  κάτω χαλκά έφταναν μέχρι το ύψος της νοικοκυράς να το ανάψει. Χρησιμοποιούσαν καντηλήθρες και φυτίλια.

Καβουρντιστήρι ή καρφουντίστηρι

Σκεύος-μηχάνημα κυλινδρικό λαμαρινένιο με συρόμενο ή ανοιγόμενο πορτάκι πάνω στο κύλινδρο που τον διαπερνούσε μια σιδερόβεργα, που στη μια άκρη ήταν μυτερή και στην άλλη είχε κούρμπα με λαβή που διευκόλυνε να περιστραφεί.

Καυκί

Μικρό ξύλινο ημισφαιρικό σκεύος πλατύστομο χωρίς λαιμό με κούπωμα που κλείνει.

Κόπανος

Μονοκόμματο ξύλινο εργαλείο με χερολαβή που η μια πλευρά του ήταν ορθογώνια και η άλλη κωνική, για το κοπάνημα των μουλιασμένων χοντρόσκουτων στο ποτάμι.

Κούπες

Γυάλινα πήλινα ή ξύλινα σκεύη σε διάφορα μεγέθη. Κούπες ή μουρχούτες λέγανε και τα βαθιά πιάτα που έτριβαν στο γάλα ή έτρωγαν τις τριφτιάδες.

Κουτάλια ή χουλιάρια

Διάφορα μεγέθη σε σιδερένια, μπρούτζινα και ξύλινα φτιαγμένα από ξύλο κουμαριάς με ολόγιομο φεγγάρι από ντόπιους μαστόρους. Είχαν κουτάλια του γλυκού, του φαγητού και κουτάλες για «κένωμα».

Κρισάρα

Ξύλινο κυλινδρικός σκεύος από λεπτή ή χοντρή συρμάτινη σήτα για το ξεχώρισμα του αλευριού από τα πίτουρα. Υπήρχαν δύο ειδών κρισάρες η χοντρή για το κοσκίνισμα για το φτιάξιμο του ψωμιού και η ψιλή για τις λειτουργιές τους κουραμπιέδες και τις μπουγάτσες.

Λαΐνα

Πήλινα πλατύστομα σκεύη με μεγάλη κοιλιά και πήλινο καπάκι. Με στενό λαιμό η μια και τα χερούλια κοντά στο στόμιο, ενώ η άλλη χωρίς λαιμό και στην κοιλιά οι χειρολαβές. Αποθήκευαν ξύδι, τουρσί, πετιμέζι κ.α.

Λάμπα

Η λάμπα ήταν το κυρίως γυάλινο φωτιστικό του σπιτιού που έκαιγε φωτιστικό πετρέλαιο. Στο κάτω μέρος της λάμπας που χρησίμευε και σαν βάση πιανόταν το έλασμα για το κρέμασμα, αποθήκευε το πετρέλαιο και βίδωνε ο μηχανισμός που ανέβαζε το φυτίλι. Το λαμπόγιαλο στερεωνόταν στο μηχανισμό του φυτιλιού.

Λεβέτη

Μεγάλο χαλκωματένιο κυλινδρικό δοχείο με δύο χερούλια κοντά στα χείλια που χωρούσε γύρω στα 50 λίτρα. Το χρησιμοποιούσαν στο ποτάμι για να βράζουν νερό για το πλύσιμο ή για να μαγειρέψουν μεγάλες ποσότητες φαγητού για γάμους ή για το βγάλσιμο του ούζου.

Λυχνάρι ή φωτέλι

Τσίγκινη ή λαμαρινένιο κωνική κατασκευή που από το στενό του άνοιγμα έβγαινε το φυτίλι. Το κρέμαγαν σε καρφί μέσα στο τζάκι για να φωτίζει αμυδρά στη γωνία ή το έπαιρναν στο χέρι όταν κατέβαιναν στο κατώγι. Έβγαζε πολύ καπνό.

Μαλάθα

Πλεχτή καλάθα με πλατιά κοιλιά και κούπωμα, για να φυλάνε το ψωμί και άλλα τρόφιμα.

Μάσια-μάσα

Σιδερένιο εργαλείο που αποτελείται από μια σιδερόβεργη λαβή με κρίκο πίσω για να κρέμεται και το τριγωνικό άκρο που το κόλλαγε ο σιδεράς στη βέργα. Ήταν απαραίτητο εργαλείο του σπιτιού για το ξύσιμο των ξύλων και το μάζεμα της στάχτης. Στη μάσα του φούρνου η σιδερόβεργα είναι μακρύτερη και το τριγωνικό άκρο είναι γυρισμένο προς τα μέσα για να πιάνονται καλύτερα τα ξύλα και τα ταψιά.

Μποτίλια(μπουκάλα)

Γυάλινο σκεύος που χρησιμοποιείται για την αποθήκευση ποτών, λαδιού(και το κέρασμα του κρασιού στο τραπέζι).

Μπρίκι

Φτιαγμένο από χαλκό ή λαμαρίνα με ουρά για να πιάνεται. Χρησιμοποιείται για το ζέσταμα νερού ή παρασκευή τσαγιού και καφέ.

Μύλος

Κυλινδρική μηχανή που αποτελείται από δύο κύρια μέρη για το άλεσμα του καφέ. Στο πάνω μέρος προσαρμοζόταν η μανιβέλα που με την περιστροφή γύριζαν τα γρανάζια αλέθοντας τον καφέ, που έπεφτε στο κάτω δοχείο αλεσμένος.

Νιφτήρας

Για την οικονομία του νερού η λαμαρινένια νιφτήρα με μικρή κάνουλα κρεμασμένη στο τοίχο, από κάτω είχε λεκάνη για το νίψιμο.

Παγούρι

Ξύλινο ή μεταλλικό αγγείο για μεταφορά του βοσκού στο χωράφι. Το κρεμούσαν στο λαιμό ή στη ζώνη.

Πιρούνια

Μπρούτζινα, σιδερένια και ξύλινα μικρά και μεγάλα από ντόπιους τεχνίτες.

Πλαστήρι

Ξύλινο σκεύος με τετράγωνη ή παραλληλόγραμμη ορθογώνια επιφάνεια με μακρύ στρογγυλό χέρι για να πιάνεται. Πάνω σε αυτό έπλαθαν το ζυμάρι από το σκαφίδι για να γίνει καρβέλι ή κουλούρα. Με το πλαστήρι έστρωναν και έσπρωχναν τα καρβέλια και τα ταψιά στο φούρνο.

Πλάστης

Κυλινδρικό ραβδί που πλάθεται το ζυμάρι για να γίνει λεπτό φύλλο για στρωτό, μανέστρα, πίτες κ.α.

Πυροστιά

Είναι τρίγωνο ισοσκελές σε κάθε γωνία, ακουμπούσε κάθετα ένα πόδι 20 εκατοστών ύψος. Υποβαστάζει πάνω από τη φωτιά τα καζάνια, τον τέντζερη και άλλα μαγειρικά σκεύη.

Σατέρι ή στατέρι

Μεταλλικό όργανο με διαγραμμίσεις σε οκάδες ή κιλά με ελατήριο εσωτερικά. Στο κάτω μέρος είχε το τσιγκέλι για να κρεμιούνται τα προς το ζύγι υλικά, το πάνω μέρος είχε κρίκο για να πιάνεται.

Σίδερο

Είχε σχήμα τριγωνικό από μαντέμι που ήταν κούφιο εσωτερικά για τα κάρβουνα. Άνοιγε από τη μύτη το επάνω καπάκι που ήταν προσαρμοσμένο στη μέση το ξύλινο χερούλι σιδερώματος.

Σκάφη

Ξύλινη στεγανή που έμοιαζε σαν βάρκα. Την χρησιμοποιούσαν από τη στενή πλευρά της για να πλένουν με αλισίβα(στάχτη με νερό) και παλιότερα έριχναν συκόφυλλο στο νερό.


"www.antroni.gr"
Διαβάστε περισσότερα ...

Πέμπτη, 20 Ιουνίου 2013

Παραδοσιακά Ζυμαρικά

Ιστορία

Έχει επικρατήσει η άποψη ότι τα ζυμαρικά τα έφερε ο Μάρκο Πόλο από το ταξίδι του στην Άπω ανατολή τον 13ο αιώνα. Τελευταία όμως απορρίπτεται από τους μελετητές καθώς λέγεται ότι τη ζύμη μετέφεραν στην Ιταλία οι πρώτοι Έλληνες έποικοι τον 8ο π.χ. αιώνα. Η ύπαρξη των ζυμαρικών όμως χρονολογείται πρώτα στην αρχαία Ελάδα γύρω στο 1000 π.χ. στην αναφορά της λέξης «Λάγανον» (λατινικά laganoum, τα σημερινά λαζάνια). Ήταν ζύμη λεπτή και πλατιά σαν τη δική μας κουλούρα, που κοβόταν όμως σε λουρίδες. Η λέξη «μακορόνι» προέρχεται από την ελληνική λέξη «μακάρια». Τα μακάρια ήταν παρασκευάσματα από σιτάρι (σαν κόλλυβα) που συμβόλιζαν την αναγέννηση και τα πρόσφεραν για την ανάσταση των νεκρών. 
 


Τραχανάς

Ο τραχανάς φτιαγμένος από γάλα, αλεύρι και αλάτι ήταν το παραδοσιακό ζυμαρικό της ορεινής Ηλείας.

Συγκαταλέγεται ανάμεσα στα πιο θρεπτικά προϊόντα ενώ το μεγαλύτερο πλεονέκτημά του είναι ο χρόνος συντήρησης που φτάνει και τους 15 μήνες. Κάτι που τον καθιστούσε σημαντικό στον τόπο μας, όταν δεν υπήρχαν τα συντηρητικά και οι συσκευασίες. Ο τραχανάς ήταν απαραίτητη τροφή σε κάθε κελάρι και συνήθως κάθε Αύγουστο άρχιζε η προετοιμασία παρασκευής του. 

Συγκέντρωναν 10 με 15 μέρες, πριν, το γάλα για να γίνει σιγά σιγά η ζύμωση ώσπου να μετατραπεί τελικά σε ξινόγαλο. Οι νοικοκυρές είχαν φροντίσει επίσης να αλέσουν το σιτάρι στο νερόμυλο και να ψιλοκρησαρίσουν το αλεύρι για να το διαχωρίσουν από το πίτουρο. Στην ξύλινη σκάφη ζυμώματος ανακάτευαν τα υλικά και όταν έσφιγγε η ζύμη την άφηναν να «γίνει» (δαμάσει). Κατόπιν έπαιρναν το ζυμάρι και με το χέρι έκοβαν μικρά κομμάτια ζύμης πάνω σε καθαρό τραπεζομάντιλο ή σεντόνι. Έπειτα το άφηναν στον ήλιο ή σε καλά αεριζόμενο δωμάτιο για να μισοστεγνώσει.

Ανάλογα τον τραχανά που ήθελαν να φτιάξουν (ψιλό-χοντρό) χρησιμοποιούσαν και το ανάλογο αρ(γ)ιολόι και έτριβαν τα κομμάτια της ζύμης με το χέρι. Άπλωναν τον τραχανά δύο τρεις μέρες μέχρι να στεγνώσει καλά. Τέλος τον συσκεύαζαν σε πάνινες σακούλες, σε λαΐνες ή σε βάζα. Ο τραχανάς ήταν πρόχειρο φαγητό, σχεδόν καθημερινό. Τον έβραζαν στον τέντζερη με ανάλογο νερό. Μόλις το νερό άρχιζε να κοχλάζει τον έριχναν μέσα και σε δεκαπέντε περίπου λεπτά ήταν έτοιμος. Στη συνέχεια τον τσιγάριζαν με λίπος από τσιγαρίδες και ψιλοκομμένο κρεμμύδι, ανακατεύοντας ταυτόχρονα, κάτι που τον έκανε να μοσχοβολά.

Χυλοπίτες

Στη σκάφη ανακάτευαν φρέσκο γάλα, αυγά, λάδι, αλάτι και συμπλήρωναν το ψιλοκοσκινισμένο αλεύρι μέχρι να πετύχουν τη ζύμη. Μετά το ζύμωμα τη σκέπαζαν να «γίνει» για κάποια ώρα, ανάλογα με την θερμοκρασία περιβάλλοντος. Πατώντας με το δάχτυλο το ζυμάρι και ανάλογα με την επαναφορά που είχε, γνώριζαν οι νοικοκυρές αν ήταν έτοιμο για επεξεργασία.

Κατόπιν έφταναν (απρόσκλητες) με το πλάστη τους οι νοικοκυρές της γειτονιάς, στα πλαίσια της αλληλοβοήθειας και της αμοιβαίας συνεργασίας. Πλάθοντας σιγά-σιγά, άνοιγαν μεγάλα φύλλα που τα άφηναν πάνω στα κρεβάτια, τα κασόνια και τα τραπέζια να μισοστεγνώσουν. Έπειτα έπαιρναν το φύλλο μισοτυλιγμένο στον πλάστη και το ξετύλιγαν στο σοφρά . Με κοφτερό μαχαίρι το έκοβαν σε λεπτές λωρίδες και μετά κάθετα σε μικρά πλάγια παραλληλόγραμμα. Μετέφεραν τις χυλοπίτες με καθαρό τραπεζομάντιλο και τις άπλωναν σε αεριζόμενο σημείο για να στεγνώσουν.

Τις στεγνές τις έβαζαν σε πάνινες σακούλες για να τις φυλάξουν. Οι χυλοπίτες συνόδευαν το κοτόπουλο και το χοιρινό αλλά σερβίρονταν και σκέτες με ντομάτα και ντόπια τριμμένη μυζήθρα.

Τριφτιάδες

Με αλεύρι και ζεστό αλατισμένο νερό έφτιαχναν ζυμάρι. Πλάθοντας και τρίβοντας το ζυμάρι δημιουργούσαν μικρά στρογγυλά κομματάκια (γρομπαλάκια). Όταν το νερό κόχλαζε στο τέντζερη έριχναν μέσα τις τριφτιάδες προσθέτοντας λίπος η λάδι (αν υπήρχε) και αλάτι. Όταν έβραζαν τις κατέβαζαν από την φωτιά προσθέτοντας ξύδι, κρασί ή ξυνό μιας και το λεμόνι ήταν ανύπαρκτο. Οι τριφτιάδες τρώγονταν ως σούπα σε βαθειά πιάτα.
Αυτά τα σχεδόν άγνωστα σε μας φαγητά ήταν η κύρια διατροφή πού κράτησε στη ζωή γενιές και γενιές, δίνοντας δύναμη τους κρύους χειμώνες στους κατοίκους των βουνών μας.



Γλωσσάρι:

1 Κρησάρα : Κόσκινο που διαχωρίζει το αλεύρι από το πίτουρο.

2 Αρ(γ)ιολόι-Δριμόνι: Κόσκινο που διαχωρίζει τα δημητριακά.

3 Λαΐνα: Πήλινο δοχείο με καπάκι.

4 Τσιγαρίδες : Παστό χοιρινό.

5 Πλάστης :Κυλινδρικό στενόμακρο ραβδί για το άνοιγμα του φύλλου.

6 Σοφράς : Κοντό τραπέζι.

Πηγή: antroni.gr
Διαβάστε περισσότερα ...

Κυριακή, 19 Μαΐου 2013

Φυσιογνωμία του Δήμου Λαρισσού


Ο Δήμος Λαρισσού περιλαμβάνει μια αρκετά μεγάλη γεωγραφική περιοχή 225.729 στρεμμάτων η οποία εκτείνεται από τον Aραξο ως τις Βελιτσές.

Είναι φυσικό λοιπόν σε αυτή την έκταση να μην υπάρχει ομοιομορφία. Έτσι διακρίνουμε τρεις ζώνες όπου εντάσσουμε τον πληθυσμό ανάλογα με την μορφολογία του εδάφους και την απασχόληση.

Η πρώτη περιλαμβάνει τα διαμερίσματα Λακκόπετρας, Αράξου και Μετοχίου και χαρακτηρίζεται ως αγροτουριστική. Η γεωργική απασχόληση κυριαρχεί, με τον τουρισμό όμως να έχει μια δυναμική ανάπτυξης τόσο με την παραλία Καλογριάς όσο και με αυτή της Λακκόπετρας.

Η δεύτερη περιλαμβάνει τα διαμερίσματα Απιδεώνας, Ριόλου όπου το έδαφος είναι πεδινό και οι ασχολίες των κατοίκων είναι κατά κύριο λόγο αγροτικές.

Τέλος η τρίτη χαρακτηρίζεται ως ημιορεινή ζώνη με προοπτικές ανάπτυξης αγροτουρισμού και περιλαμβάνει τα διαμερίσματα Καγκάδι, Πέττα, Ματαράγκα, Αγ. Νικόλαο (Σπάτα), Μιχόϊ και Βελιτσές. Οι ασχολίες των κατοίκων είναι τόσο γεωργικές όσο και κτηνοτροφικές. Συγκριτικά είναι η πιο ευαίσθητη περιοχή του Δήμου.

Ο Δήμος Λαρισσού ανήκει στους νεοσύστατους δήμους και όπως προαναφέραμε περιλαμβάνει ένα μεγάλο αριθμό Δημοτικών Διαμερισμάτων που αποτελούν μια γεωργική, τουριστική και δημιουργική κοινωνία, μια ζωντανή παρουσία στην Ελληνική πραγματικότητα. Αναφερθήκαμε σε ένα τόπο με ένδοξο και λαμπρό παρελθόν πλούσιο σε ιστορία και πολιτιστική κληρονομιά.

Η βόλτα σε αυτά τα Δημοτικά Διαμερίσματα προβάλλει τις καλλιέργειες πατάτας, ελαιώνων και κηπευτικών, τα παραδοσιακά τυροκομεία και ελαιοτριβεία αλλά και τη γραφικότητα τους.

Δημογραφικά Χαρακτηριστικά του Δήμου Λαρισσού


Ο πληθυσμός του Δήμου Λαρισσού σύμφωνα με την απογραφή του 2001 ανέρχεται στους 8.683 κατοίκους. Ο μόνιμος πληθυσμός εκτιμάται περίπου στους 7.500 κατοίκους ενώ τους καλοκαιρινούς μήνες φτάνει τους 20.000 κατοίκους.

Ο Δήμος όπως ενδεικτικά αναφέραμε είναι κατά κύριο λόγο αγροτικός.Γι' αυτό και βλέπουμε πως το σύνολο των απασχολουμένων στον πρωτογενή τομέα ανέρχεται σε 3.270 άτομα, στον δευτερογενή τομέα σε 484 άτομα και στον τριτογενή τομέα σε 527 άτομα.

Στον Δήμο υπάρχει ξενοδοχειακή υποδομή και λειτουργούν ξενώνες, μπανγκαλόους και ενοικιαζόμενα δωμάτια, που συμβάλλουν στην τουριστική ανάπτυξη. Λειτουργούν επιχειρήσεις που ασχολούνται με την επεξεργασία των αγαθών που παράγονται από τον αγροτικό και κτηνοτροφικό πληθυσμό και απασχολούν ένα σημαντικό αριθμό ανθρώπων της περιοχής.

Φυσικές ομορφιές


Το όρος ΜΟΒΡΗ που δεσπόζει στο ορεινό κομμάτι του Δήμου μας, θεωρείται από ειδικούς πρόβουνος του Ερύμανθου με υπέροχο φυσικό κάλλος και πλούσια βλάστηση από ρύκια, άριες, σχοίνα, πουρνάρια και κουκουναριές.

Πευκοδάση

Διακρίνεται σε μια πρώτη ζώνη χαλέπιου πεύκης προς το μέρος της θάλασσας και μια δεύτερη κουκουναριάς, με μια ενδιάμεση ζώνη με μικτές συστάδες και από τα δυο είδη. Γενικά η κουκουναριά καταλαμβάνει μικρότερη έκταση και εμφανίζεται αμιγής στο Β.Α και Ν.Α. τμήμα του δάσους.
Η Χαλέπιος Πεύκη παρουσιάζει έντονη αυξητική τάση που σε συνδυασμό με το γεγονός ότι στο δάσος Κουκουναριάς διαπιστώνονται προγκήματα εξαιτίας της απουσίας φυσικής αναγέννησης του είδους τείνει να εκτοπίσει και να υποκαταστήσει βαθμιαία την Κουκουναριά.

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν ορισμένα επιμήκη ανοίγματα κατακλιζόμενα από νερά, που σχηματίζονται εντός των πευκόφυτων εκτάσεων, συνήθως παρατηρούμενα από θίνες εποικιζόμενες από πεύκα παράλληλα προς την ακτή. Ένα από αυτά το Κέντρο είναι αρκετά βαθύ και έχει πάρει τη μορφή μικρού ποταμού και απάγει τα νερά της Λάμιας προς τη θάλασσα.

Δάσος βελανιδιάς

Πιο εσωτερικά από το πευκοδάσος συναντάμε τμήματα αραιού δάσους ήμερης βελανιδιάς (Quercus macropelis), με πολύ μικρότερη έκταση από αυτήν του πευκοδάσους. Aλλα φυτικά είδη συναντώνται σε μικρό αριθμό με χαρακτηριστική την επικράτηση βισκοανθεκτικών ειδών, όπως ο ασφόδελος ( Asphodelus microcarpus). Αρκετή εξάπλωση εμφανίζει η φτέρη (pteridium aquilinum) ενώ απαντούν διάσπαρτα και άλλα δενδρώδη είδη όπως η γκορτσιά (Pyrus amygdaliformis), η τσικουδιά (Pistacia terebinthus) και θαμνοκέδρα (Juniperus phoenica).


Υγρά λιβάδια

Λιβάδια σχηματίζονται είτε ως μεγάλα ανοίγματα μεταξύ των συστάδων του πευκοδάσους και της βελανιδιάς είτε περιφερειακά των λιμνών και βαλτών. Χαρακτηριστικά είδη που απαντώνται στους λιβαδικούς χώρους των ανοικτών περιφερειακών εκτάσεων της λιμνοθάλασσας Προκοπού και του έλους Λάμιας είναι τα Vicia villosa, Asphodelus microcarpus, Parentucelia viscosa, Brisa minor, Arthoxanthum odoratum, Orchis laxiflora, Iris spuria κ.α.

Υγρότοποι

Το σύμπλεγμα των υγροτόπων της περιοχής αποτελείται από τις λιμνοθάλασσες Πάπα, Προκόπου, και το έλος Λάμιας καιπεριλαμβάνουν μια τυπική σειρά από επιμέρους βιοτόπους όπως καλαμώνες, ψαθοτόπια, αλμυρόβαλτους και ανοιχτές επιφάνειες ρηχών νερών. Τυπικά είδη των υγροτόπων είναι το αγριοκάλαμο (Phragmites australis), ψαθιά (Typha latifolia και Τ. angustata) φτελιές και ιτιές (Salix sp.).
Απαντώνται ακόμα με μεγάλη συχνότητα το καλάμι (Arundo donax) κύπερη ( Cyperus longus) και βούρλα ( Juncus maritimus). Στις παρακείμενες των λιμνοθαλασσών και ελών περιοχές επικρατούν τα ανθεκτικά στα άλατα φυτά -αλόφυτα όπως αυτά των γενών Salicornia .

Λιμνοθάλασσα περιοχής (Πάππα - Πρόκοπος)

Οι λιμνοθάλασσες της περιοχής λειτουργούν ως φυσικά ιχθυοτροφεία και πραγματοποιούνται καλλιέργειες εκστατικής μορφής. Τα κύρια άλιευσιμα είδη είναι ο Κέφαλος, το Λαυράκι, η Τσιπούρα και το Χέλι.
Διαβάστε περισσότερα ...

Τετάρτη, 1 Μαΐου 2013

Λέξεις πού χάνονται. (Π-Ω)

Η ανάρτηση Λέξεις που χάνονται αποτελεί δημοσίευμα της ιστοσελίδας του χωριού Αντρώνι Ηλείας (www.antroni.gr) καί συντάχθηκε απο τον κ. Κώστα Παπαντωνόπουλο τον οποίο ευχαριστώ θερμά για την επικοινωνία αλλά και για την καλοσύνη του να επιτρέψει την αναδημοσίευση στο παρών ιστολόγιο.

Στο γλωσσάρι-λεξικό προσπαθεί να θυμηθεί και να καταγράψει τις λέξεις που έφτιαξαν και χρησιμοποιούσαν οι άνθρωποι του τόπου μας, προκειμένου να εκφράζουν τις σκέψεις τους, τα αισθήματά τους, τα πειράγματά τους και γενικά ότι τους ήταν απαραίτητο στην επικοινωνία τους.

Για να μην χαθεί από την μνήμη των μεγαλυτέρων και να γνωρίσουν οι νεότεροι:


Π,π

Παγαίνω, πααίνω = Πηγαίνω
Παγανιά, (η) = σκόρπιο απόσπασμα που ψάχνει
Παγούρι = μικρό φορητό ξύλινο ή μεταλλικό δοχείο νερού
Παδέλα = Στρογγυλό πήλινο σκεύος- κατσαρόλα
Παιδοκομάω = γεννάω παιδί
Παίνια = Παίνεμα
Παίρι = αργά -αργά
Πάλα = χαντζάρι, γιαταγάνι, τουρκ. λέξη Γίνονταν αγώνες με τα σπαθιά πετώντας τα 8-10 μέτρα ψηλά και πηδώντας να το πιάνουν.
Παλάτζα = η κρεμαστή ζυγαριά με το βαρίδι
Πανάϊα = Παναγία
Πάλε = Πάλι
Παλιβή = Λευκή κατσίκα με μαύρα πόδια και πρόσωπο
Παλουκαριά = Φράκτης με παλούκια που κρατάει τα αντικείμενα να μην πέσουν στην κάδη του μύλου
Παλουκώνομαι = Μένω ακίνητος
Παναίριος, (α,ο) = εκλεκτός, θαυμάσιος, εξαιρετικός
Πανωγόμι = Φορτίο πάνω από το κυρίως φόρτωμα του σαμαριού
Πανώρια, (η) = η πολύ ωραία
Παπάρα, (η) = φαγητό με κομμάτια ψωμιού μέσα σε νερό ή γάλα
Παράγαλος, (ο) = αρρώστια αιγοπροβάτων
Παραγώνι = Ο χώρος γύρω από το τζάκι
Παράδες, (οι) = τα χρήματα
Παρδαλή, (η) = εύκολη γυναίκα, ελαφρών ηθών και πολύχρωμη
Παρλιακός, (η,ο) =  ο ανισόρροπος, ελαφρόμυαλος
Παρίπι, (το) = Δύστροπο, ανάποδο ζώο
Παραδίνω = Βλαστημάω
Παραδαρμός = Ταλαιπωρία, ποδοκόπι
Παραθάρρεια= εμπιστοσύνη
Παραθαρριέμαι = Στηρίζομαι σε κάποιον
Παραθάρρεμα = Αποκούμπι, στήριγμα
Παρακά =  πιο κάτω
Παραλογάω = παραληρώ
Παραλοϊζω  =   χάνω τα λογικά μου
Παράνταλος = Χαζός
Παραπόρτι, (το) = βοηθητική μυστική πόρτα
Παραπούλια, (τα)  = τα παραβλάσταρα στα λάχανα ή στο αραποσίτι
Παρασάνταλος, (η, ο) = αυτός που δεν έχει συνέπεια, ο άτσαλος
Παρέκει = Παραπέρα
Παρλαπίπας = Ο σαχλαμάρας
Παρμάρα = Αρρώστια γιδοπροβάτων
Πάρτη, (η) = μερίδιο, το μερδικό
Πασιόνα, (η) = Ωραία αφράτη κοπέλα
Πασιοφέγγαρο = Ολόγιομο φεγγάρι
Πασπάλα, (η) = η σκόνη, η άχνη που επικάθεται
Πασπατεύω = ψηλαφίζω, χαϊδεύω ερωτικά
Πάστα = Τοματοπολτός
Παστρικός = Καθαρός
Παστρικιά = 1.Πόρνη, η γυναίκα ελαφρών ηθών, 2. η καθαρή
Πατατούκα = βαρύ παλτό ή κάπα
Πάτερο, (το) = Ξύλινος τετραγωνισμένος κορμός που κρατάει την στέγη του σπιτιού
Πατήθρες = ξύλινοι μοχλοί που πατά η υφάντρα (και εναλλάσσονται τα μιτάρια) για να ανοίγει το στημόνι, εναλλάσσοντας τα μιτάρια.
Πατικώνω  = συμπιέζω και γεμίζω
Πατητήρι = Ξύλινα τετράγωνα κάδη που κλείνει προς τα κάτω για το πάτημα των σταφυλιών
Πατιρντί, (το) = φασαρία, θόρυβος, διασκέδαση
Πατόκορφα = Από την κορυφή ως τα νύχια
Πατσαβούρα, (η) = 1.παλιόσκουτο για σκούπισμα  2.κακόφυμη γυναίκα
Πάφιλο = Τσίγκος
Πάχυτα (τα) = πολλά λίπη
Πάχνη, (η) = η πρωινή δροσιά
Παχνί, (το) =ξύλινο ταΐστρα ζώων
Παχνιάζω = βάζω τροφή στα ζώα
Πεδούκλι = σχοινί που δένεται στα μπροστινά ποδιά του ζώου, αλόγου κ.λ.π. να μην απομακρύνεται
Πεδουκλώνω = Εμποδίζω, μπερδεύω, δεσμεύω, από την αρχαία λέξη πέδη
Πεζούλι, (το) = λιθόκτιστο τοιχίο, εκατέρωθεν της εισόδου του σπιτιού , που χρησιμεύει για κάθισμα
Πελεκούδι = απομεινάρια ξύλου από το πελέκημα με τσεκούρι, «θα καεί το πελεκούδι»
Πεντάρφανος, (η, ο) = αυτός που δεν έχει κανένα
Πεντόβολα = Παιδικό παιχνίδι με πέντε μπίλιες ή πέτρες
Πέπελο = 1.ευτελές ρούχο 2. πολύ αδύνατο
Περατζάδα = μια βόλτα τριγύρω
Περγιορίζω = περιορίζω
Περπατιάρα = 1. Ζημιάρα προβατίνα 2. Γυναίκα μπερμπάντο
Πετιμέζι = Βρασμένος μούστος
Περίδρομος, (ο) = Στομαχόπονος, πολυφαγία, κολικός, «βγάλε τον περίδρομο» =σκασμός
Περίκοπα  =  σύντομη και ευθεία διαδρομή
Περόνι, (το) = το καρφί
Περονιάζει = διαπερνά (για το κρύο)
Πεσκέσι, (το) = δώρα με φαγώσιμα κυρίως
Πεσκίρι, (το) = πετσέτα για φαγητού
Πετρούτσι (το) = άσπρο λεπτό σαλιγκάρι της πέτρας
Πετσαλίδα (η) = λεπτό σαν  πέτσα
Πετσούρι = μικρό χωράφι
Πετσώνα = μεταξωτό μαντήλι που κρεμούσαν στο μέτωπο των αλόγων κατά την διάρκεια του γάμου
Πετσώνω = Χορταίνω, ρίχνω ξύλο, καλύπτω με σανίδες μια επιφάνεια
Πέφτη = Πέμπτη
Πήδος, (ο) = πήδημα
Πηδοβολάω = Ικανοποιούμαι σεξουαλικά
Πήζω = Τολμώ, «Δεν σου πήζει»= δεν τολμάς
Πηχτή = Βρασμένο χοιρινό από το κεφάλι και τα πόδια
Πιάνομαι = απασχολούμαι, αναπιάνω = Φτιάχνω το ζυμάρι
Πιέτα = τσάκιση, δίπλα, σούρα
Πιθάρι = μεγάλο πήλινο δοχείο για την αποθήκευση τροφίμων
Πιλάλα, (η) =  η τρεχάλα, γρήγορα
Πινακωτή = Ξύλινο κατασκεύασμα με χωρίσματα για το ψωμί μέχρι να φουσκώσει ώστε να είναι έτοιμο για ψήσιμο
Πινίγω = Πνίγω
Πίνος, (ο) = η βρωμιά στα μαλλιών των προβάτων
Πίπιζα, (η) = Μουσικό όργανο (πνευστό), καραμούζα
Πίρος = στρογγυλή ξύλινη τάπα (άνω και κάτω πίρος του βαγενιού )
Πισοκάπουλα = Καβάλα στο πίσω μέρος του αλόγου όταν είναι φορτωμένο
Πισοκούκι = σημάδεμα με κόψιμο του αυτιού στα γιδοπρόβατα
Πισπιλώνω = σκεπάζω, "πισπίλωσε με άχνη (ζάχαρι) τους κουραμπιέδες"
Πιστάρι (το) = το πίσω μέρος του σαμαριού
Πιστρόφια = Γιορτή επιστροφή των νιόπαντρων στο πατρικό σπίτι της νύφης για την αρπαγή αντικειμένων
Πίτσι = Οροθετημένος χώρος για το ρίξιμο της πέτρας ή νομίσματος για την προτεραιότητα στο παιχνίδι
Πιτσιγκώνια = επιθετικά μικρά μυρμήγκια
Πλανεύω = Δελεάζω, καλοπιάνω, ξεγελάω, δίνω κάτι όχι για χόρταση αλλά για να κοροϊδέψω
Πλαντάζω = Κλαίω δυνατά, ταράζομαι από θυμό
Πλαγιάζω = κοιμάμαι
Πλάστης = Κυλινδρικό ξύλο για το άνοιγμα της ζύμης
Πλαστήρι = Επίπεδο τετράγωνη η στρογγυλή τάβλα  για να πλάθουν και να  ρίχνουν τη ζύμη στο φούρνο
Πλάστιγγα = ζυγαριά για μεγάλα βάρη
Πλατσιουράω  = τσαλαπατάω και παίζω στα νερά
Πλεξούδα = αρμαθιά σκόρδων, κρεμμυδιών κ.λ.π
Πλερώνω = Πληρώνω
Πλευρομετράω = Χτυπώ κάποιον πολύ άσχημα
Πλιάτσικο, (το) = η λεηλασία στη μάχη ή γενικά η κλεψιά σε μια φυσική καταστροφή
Πλιατσικολόγος, (ο) =  ο κλέφτης στο πλιάτσικο
Πλίθα, (η) = χωμάτινος κύβος από χώμα και άχυρο που χρησιμεύει για το χτίσιμο σπιτιών, αντισεισμικός πλίνθος,
Πλουμί, (το) = στολίδι, κεντητό ή ζωγραφιστό
Πλοχεριά = Μια χούφτα τρόφιμα
Πλύμα, (το) = Νερό με πίτουρα για το τάισμα των γουρουνιών
Ποδάγρα, (η) = αρρώστια των ζώων όταν ακινητοποιούνται (πιάνονται) τα κάτω άκρρα.
Ποδαρικά, (τα) = Ξύλινα εξαρτήματα ( πέδιλα)  του αργαλειού που όταν πατιούνται ανεβοκατεβάζουν τα μιτάρια.
Ποδεμή = Το πόδεμα (υπόδηση)
Ποδόλυσσα, (η) = αρρώστια σκύλων
Ποδοστατώ = μετά την ανάρρωση στέκομαι στα πόδια μου
Ποίσιος, (ο) = αυτός που θα κάνει κάτι. «ο ποίσιος και ο δείξιος»
Πόλκα = 1. Ζακέτα 2. Χτένισμα γυναικείο «πόλκα τα ‘χεις τα μαλλιά σου»
Πολυρίζι, (το)  = αγριόχορτο
Πολυτρίχι, (το) = αγριοχόρταρο
Πολυφάδι, (το) = τελειωμένο κομμάτι σαπούνι
Πολυώρα = προηγουμένως, πριν από αρκετή ώρα
Πομπές = «τις έκρυψε της πομπές του» = δεν παρουσίασε τα λάθη του
Πονάω = Αγαπάω ερωτικά και το κρατάω μέσα μου
Ποτισμένος =  βρεγμένος
Πορδοβούλωμα = Άχρηστος, τιποτένιος, πολύ μικρός
Πορδάλα, (η) = είδος μυρμηγκιών των δέντρων
Ποριά, (η)= Η πρόχειρη πόρτα στο χωράφι και στο γρέκι ή στρούγκα, το πέρασμα
Πορτόνι = πορτάκι φράχτη (αυτοσχέδιο)
Πόστο, (το) = η θέση
Ποταμός = Χοντρός τετράγωνος κορμός ξύλου που στηρίζει το πάτωμα
Πουγκί, (το) = σακούλι που φύλασσαν τα λεφτά
Πουλάρι = Νεογέννητο άλογο ή γαϊδούρι
Πουλομαδάω = Χτυπάω και βασανίζω άσχημα
Πουμπώνω = 1. Γεμίζω ένα χώρο με καπνό, καπνίζω 2. Θυμώνω, νευριάζω 3. Συννεφιάζω
Πούντα = Κρυολόγημα
Πούντος = (επίθετο) Πού είναι αυτός
Πουρνό = το πρωί
Πόσια = Πόση «πόσια μπατάκια κάνατε»
Πούσια = Τα ξεφλουδισμένα φύλλα του καλαμποκιού
Ποστάκος = Καταφερτζής
Πράμα = Το γυναικείο αιδοίο
Πράματα = Τα γιδοπρόβατα
Πρέζα = Μικρή ποσότητα
Πρεμούρα,η = βιασύνη να τελειώσει η δουλειά γρήγορα
Πριακόνι = Ξυλουργικό εργαλείο για λείανση επιφάνειας
Πριμαντόνα = Ανήθικη γυναίκα
Πριόβολος = Πυριόβολος
Προγκάω = 1. Τρομάζω, ξαφνιάζω, σκορπάω 2. Διώχνω κάποιον μακριά μου
Προσφώλι = το αυγό στην φωλιά που προσελκύσει τις κότες.
Πρίσκα, (η) = Κοιλιά
Πρίσκαλο =  Το άγουρο σύκο
Πρόγκα, (η) = 1.καρφί 2.εξάρτημα του αλετριού
Προγκάω = ξαφνιάζομαι. «Προγγάει το μουλάρι»
Προγκηχτήρι = Το σκιάχτρο
Προσανάβω = ανάβω  τη φωτιά χρησιμοποιώντας (κάτι εύφλεκτο) προσανάβω
Προσφάϊ, (το) = αυτό που τρώγεται συνοδεύοντας το ψωμί
Πυράφι, (το) = η σφήνα που κλείνουν την τρύπα στο βαγένι
Πυριόβολος = ο πυριόβολος είναι σιδερένιο μικρό σύνεργο, με το σύνεργο τούτο χτυπούσαν την στουρναρόπετρα και με τις σπίθες της άναβε φωτιά η ίσκα για να ανάψουν φωτιά και τσιγάρο οι ξωμάχοι και οι καπνιστές.
Πυρομάχος, (ο) = το πίσω μέρος της εστίας στο τζάκι
Πυροστιά =  Μεταλλικός τρίποδας που βαστάζει το καζάνι στην εστία (φωτιά)


Ρ,ρ

Ραμόλιμέντο, (το)  = ο ετοιμόρροπος,  ο γεροξεκούτης
Ράσπα = Λίμα για ξύλα
Ρέγουλα, (η) = με μέτρο
Ρεντζουλάω  =  καταβρέχω απρόσεκτα, αφήνω να τρέχουν σταλαγματιές
Ρέντι = Το ράντισμα
Ρεντίκολο = ρεζίλη, θέατρο στον δρόμο
Ρεντίφης = Ανεπρόκοπος, ανεπρόκοφτος
Ρετάλι, (το) = 1. κομμάτι ύφασμα, 2. βρισιά   
Ρέχτη, (η) = Η στέγη που εξέχει από τον εξωτερικό τοίχο για να διώχνει τα νερά
Ρημαδιακό, (το) = Έρημο σπίτι «στο ρημαδιακό μου»= το φτωχικό μου
Ριζάφτι,  (το) =  η ρίζα του αφτιού
Ριζικό, (το) = το πεπρωμένο
Ροβολάω = κατηφορίζω
Ρογώνω = Οργώνω το κατάλληλο για καλλιέργεια χωράφι μετά από βροχή
Ρογός, (ο) = ζεστός χώρος για νεογέννητα αμνοερίφια
Ροδάμι = Βλαστάρι πουρναριών
Ροδάνι = το εργαλείο που καλαμίζει (τυλίγει στο καλάμι) το νήμα στην ανέμη, από το αρχαίο ροδάνη
Ρόκα = υφαντικό εργαλείο για το γνέσιμο(κλώσιμο της κλωστής) του μαλλιού
Ρονιά = η γραμμή που στάζει το νερό γύρω στο σπίτι
Ρούγα, (η) = η γειτονιά, δρομίσκος  « κάθε τόπος και ζακόνι κάθε γειτονιά και ρούγα»
Ρουκέλα = Κουβαρίστρα, παιχνίδι
Ρουκουλάω =  κυλάω
Ρούντζα   =  μούτρωμα, ο θυμός, η κατήφεια  
Ρουπάκι, (το) =  ο τρυφερός βλαστός της βελανιδιάς, δασάκι με ποικιλία δένδρων
Ρουπώνω = τρώγω μάλλον λαίμαργα, “ρούπωσε το βαρέλι”
Ρούσος, (ο) =  ο ξανθός
Ρουσούμπελη =  πρήξιμο
Ρονιά, (η) = Η γραμμή του νερού που πέφτει από τα κεραμίδια, ο χώρος γύρω από το σπίτι
Ροκώνω = βουλώνω τις τρύπες του βαρελιού
Ρουμπελιά, (η) = Κατεβασιά νερού, ποταμού
Ρουπώνω =  1. Φουσκώνω 2. Σφίγγουν από το νερό τα ξύλα του βαγενιού και δεν χάνει 3. Ρουπώνουν οι μεγάλοι πότες
Ρουτζώνω = θυμώνω, «μου ρούτζωσε» = μου θύμωσε
Ρόζος, ροτζιόκι, (το) = 1. Εξόγκωμα ξύλου 2. Αγύριστο κεφάλι
Ρούσος = Κοκκινόχρωμος
Ροφιάνος = Ο σπιούνος, ο συκοφάντης
Ροφιάνα = Παλιογυναίκα

Σ,σ

Σάβανο, (το) = το σεντόνι που τυλίγουν το νεκρό
Σαδώ  = προς τα δω, κατά δώ
Σαδώ, σακεί = από εδώ, από εκεί
Σάικο, (το) = γερό, ανθεκτικό
Σακάτου = προς τα κάτω
Σακεί =  προς τα εκεί , κατακεί σιαδώ =     .
Σαν είναι            = αν είναι, πρέπει
Σάματι = σάμπως, μήπως
Σάξε = ταχτοποίησε, φτιάξε
Σαπάνου = προς τα επάνω
Σαπέρα = προς τα πέρα
Σάϊσμα, (το) = στρωσίδι του αργαλειού από γιδόμαλλο
Σαΐτα = 1. Είδος φιδιού που πηδάει 2. Εξάρτημα του αργαλειού (περιλαμβάνει το υφάδι) για το πέρασμα(ρίξιμο) της κλωστής του υφαδιού στις κλωστές του στημονιού
Σαΐτα = το εργαλείο που περιλαμβάνει το υφάδι για ρίξιμο τ Σαΐτα = το εργαλείο που περιλαμβάνει το υφάδι για ρίξιμο
Σα(ίσια)- κά- κάτου = Προς τα κάτω, σα- πάνου, σα- πέρα
Σακιάζω = Γεμίζω τα σακιά (τσουβάλια)
Σάλα = αίθουσα υποδοχής των επισκεπτών στο σπίτι
Σαλαγκάω =  οδηγάω τα ζώα με φωνές και κινήσεις
Σαλαμούρα, (η) = άρμη, αλατόνερο
Σάλεψε = κινήθηκε, μετακινήθηκε
Σάλμη, (η) = Της βρόμης το άχυρο
Σάλντιξα = πέταξα, ξαπόστειλα
Σαμάρι = Εξάρτημα που τοποθετείται στη ράχη των ζώων(υποζυγίων)
Σαμαρίτσα = Το μπεσίκι, ξύλινη κατασκευή σαν ανάποδο σαμάρι που χρησίμευε για κούνια μωρών
Σάματις =  σάμπως, μήπως
Σαπίτης = είδος φιδιού
Σάρα, (η) = σκουπίδια, οι άχρηστοι άνθρωποι, « σάρα και η μάρα»
Σαρίδι, (το) = 1. Μικρό σκουπίδι 2. Ο τιποτένιος
Σάρωμα, (το) = η σκούπα
Σατέρι= Μεταλλική μικρή ζυγαριά
Σάψαλα, (τα) = Τριμμένα, θρυμματισμένα, σάψαλο =διαλυμένος από κούραση
Σβάρνα, (η) =ξύλινο ή μεταλλικό  γεωργικό εργαλείο (με πλεκτές βέργες) για το  στρώσιμο του οργωμένου χωραφιού από το γρομπόλια αυλακοστρώστης. «Πήρε σβάρνα τα χωριά» = γύρισε σε όλα τα χωριά
Σβερκώνω = Χτυπώ στον σβέρκο (αυχένα)
Σβερκώνομαι = Κοιμάμαι
Σβουγκουνάω = πετάω δυνατά και περιστροφικά κάτι,  «του σβουγκούνισα μια πέτρα»
Σβουνιά, (η) = Η κοπριά, απόβλητα ζώων
Σγόρτσα, (η) = Η μαυρίλα, η βρόμα από απλυσιά που διακρίνεται κυρίως στους αγκώνες, στα γόνατα και στους αστραγάλους
Σγόρτσης, (ο) = Ο λεπριάρης, ο άπλυτος
Σγούμπα, (η) = η καμπούρα
Σγουμπιάζω = καμπουριάζω
Σγούψε = σκύψε
Σεβντάς, (ο) = το ερωτικό πάθος
Σειρά, (η) = Η τάξη «δεν έχει σειρά στο σπίτι της»
Σειριά, (η) = Το σόι, η ράτσα, η γενιά
Σεκλέτι, (το) = η στενοχώρια
Σέκος = Ο ξερό, ο νεκρός
Σέλα, (η) = το  δερμάτινο σαμάρι ιππασίας, η σαγή
Σέμπρος, (ο) = ο συνέταιρος στις γεωργικές εργασίες
Σεντούκι, (το) = μπαούλο όπου φυλάσσονται κοσμήματα,  χρήματα και  έγγραφα
Σέρσεγκας (-ιγκι) =  Καφέ κίτρινη μεγάλη μέλισσα με δηλητηριώδες κεντρί
Σέπωμαι = σαπίζω
Σεργιάνι, (το) = ο άσκοπος περίπατος
Σηκωπιθώνομαι = 1. Σηκώνομαι και κάθομαι 2. Μεταφέρω από σπίτι σε σπίτι κουτσομπολιά
Σκουριά, (η) = η βρώμα , το οξείδιο του μετάλλου
Σιάζω(ισιάζω) = 1. Ισιώνω κάτι 2. Κατευθύνομαι κάπου 3. Τακτοποιώ, διευθετώ, φτιάχνω κάτι, σουλουπώνω 4. Βελτιώνω, καλυτερεύω 5. Απειλώ «θα σε σιάξω»
Σιγούλια- σιγούλια = Σιγά-σιγά
Σιδερικό, (το) = Το όπλο ή μαχαίρι
Σίδερο, (το) = σίδερο για το σιδέρωμα των ρούχων με κάρβουνο
Σιδεροστιά, (η) = Η πυροστιά
Σιδερικά, (τα) = Τα κουδούνια
Σιμπάω = αναζωπυρώνω τη φωτιά
Σιομάδα ή σομάδα = Πλάκα πέτρινη δέκα περίπου εκατοστών διάμετρο για το παιδικό παιχνίδι «σομάδες»
Σιόπα, (η) = Το ξύλο, το ματσούκι «θα πέσει σοπίκι»
Σιφλογιάρης, (α,ικο) = ο βλογιοκομμένος
Σκαλούνι, (το) = το σκαλοπάτι
Σκαλτσούνι, (το) = 1. Η κάλτσα 2. Γλυκό
Σκαμπακίδα, (η) = Η χιονοθύελλα
Σκαμπίζω = Βλέπω λίγο, μόλις διακρίνω
Σκαμπίλι, (το) = η σφαλιάρα στο μάγουλο
Σκαπετάω = 1. Καταπίνω γρήγορα, καταβροχθίζω 2. Απομακρύνομαι περπατώντας και χάνομαι στο βάθος του δρόμου
Σκαπετάω = 1.περπατώντας απομακρύνομαι και χάνομαι στον ορίζοντα. 2. καταπίνω την μπουκιά μου
Σκαροπούλι, (το) = Νεογέννητο πρωτόβγαλτο αγριοπούλι, που μόλις πέταξε
Σκαρφίζουμαι = σχεδιάζω, επινοώ, μηχανεύομαι, σκαρφίστηκε
Σκαρτσαφαλώνω = Ανεβαίνω σε δέντρο, αναρριχιέμαι
Σκασίλα, (η)  = σαρκασμός στην στενοχώρια άλου «σκασίλα μου
Σκατένιος = Βρώμικος
Σκαφίδι = Κοίλο σκεύος, ξύλινη σκάφη για ζύμωμα
Σκέπη = Μαντήλι γυναίκας
Σκερβελές, (ο)  =  ο ανεπρόκοπος άνθρωπος
Σκιάζαρος, (ο) = 1. Ο άσχημος άντρας 2. Το σκιάχτρο για τα ζώα
Σκιάζουμαι  = φοβούμαι, τρομάζω
Σκιάχτρο=  ομοίωμα ανθρώπου με παλιόρουχα για τον εκβιασμό των ζώων
Σκιζάρι, (το) = Σχιστό ξύλο
Σκλήθρα, (η) = Μυτερή και λεπτή πελεκούδα ξύλου που καρφώνεται στο σώμα
Σκλέπα, (η)  = η επιδημία
Σκορδοκαΐλα = αδιαφορία  για κάτι συγκεκριμένο «σκορδοκαΐλα μου»
Σκοτούρα, (η) = 1. η ζάλη2.το πρόβλημα για κάποιο ζήτημα
Σκουζμάρι, (το) = Δυνατό κλάμα, θρήνος γόος
Σκουληκαντέρα, (η) = μεγάλο σκουλήκι της γης σαν άντερο
Σκουλικιάζω = Βρωμίζω
Σκουντάω = σπρώχνω, ακουμπάω σκουντηξιά (η) = σπρωξιά.
Σκουντουφλάω =  σκοντάφτω,
Σκουντούφλιασα = κατέβασα τα μούτρα, στράβωσα
Σκουράντζος, (ο) = η παστή ρέγκα
Σκούρο = Το πατζούρι, το κούφωμα
Σκουτέλι, (το) = Η κούπα
Σκουτί, (το) = Μάλλινο χοντρό ρούχο. (Από το σκότος)
Σκρόφα, (η) = 1.η γεννημένη γουρούνα 2. (βρισιά) για παλιογυναίκα,
Σκυλοκόριτο = (βρισιά) για παλιάνθρωπο
Σκυλοπερνάω = 1. Βρίζω άσχημα κάποιον, τον σκυλοπερνάω 2. Ζω με δυσκολίες, σαν σκυλί, πεινάω
Σμπαράλια =πολλά σπασμένα κομμάτια
Σοκάκι, (το) = το στενό δρομάκι
Σομόνι, (το) = Ψωμάκι που έδιναν στα μοναστήρια
Σουβλερό = μυτερό
Σούδα, (η) = στενό κομμάτι χωραφιού
Σούκουλα (τα) = παλιά ρούχα
Σουλούπι, (το) = η εμφάνιση
Σουρεκλεμέ =1. διασυρμένη και ξεφτιλισμένη γυναίκα 2.το στενό κάτω παντελόνι
Σουρλάω = 1. Σφυρίζω, σιγοσφυρίζω 2. Χάνω τα λογικά μου, το μυαλό μου, είμαι σουρλιμένος= χάζεψα
Σούρτι, (το) = το χαλινάρι
Σούπωσε = μαλάκωσε από το νερό
Σούσουρο, (το) = διασυρμός, κουτσομπολιό
Σούτα, (η) = χωρίς κέρατα γιδοπρόβατο
Σουγλάω = σουβλίζω
Σούγλα = η σούβλα
Σουγλί, (το) = Εργαλείο μυτερό του τσαγκάρη για το πέρασμα της κλωστής στο δέρμα (πετσί)
Σουλατσάρω = «κόβω βόλτες» άσκοπα, περπατάω
Σουρλάω=  σφυρίζω
Σούρνω = 1. Σχολιάζω, κακολογώ, κουτσομπολεύω, βρίζω 2. Ξεγλιστράω σιγά- σιγά και αποσύρομαι
Σούρουπο = Το ηλιοβασίλεμα. Το σουρούπωμα
Σούφρα, (η) = Ασθένεια μωρών που κιτρινίζει το δέρμα και το κάνει καχεκτικό
Σοφράς, (ο) = χαμηλό τραπέζι
Σπάρτο, (το) = αυτοφυής θάμνος που με κατάλληλη επεξεργασία έφτιαχναν στρωσίδια και σαρώματα
Σπερνά= τα κόλλυβα
Σπιγκουνιά, (η) = Συκοφαντία, λόγια σε κάποιον, προδοσία
Σπιθάρι = Κοιλότητα στους βράχους που σταμάταγε το νερό
Σπιθούρι = Σπυράκι
Σπινά- σπινά = Χαμηλόφωνα
Σπιραλατιστός = Το βραστό κρέας με αλάτι χοντρό
Σπολάτι = κατόπιν, αρκετά
Σπορίζομαι = Έχω διάρροια ή σπορίκλα, σπορίστηκε το ζώο
Σπυρί = Ο σπόρος
Σταλίζω = 1. Χασομεράω, ξεκουράζομαι το μεσημέρι κάτω από το δέντρο 2.
Στάλος = Η  ανάπαυση των ζώων το μεσημέρι στον ίσκιο
Στάμνα = δοχείο πήλινο με λαβή για την μεταφορά νερού από την βρύση
Στανιάρω = 1. Επανέρχομαι στην αρχική θέση «το βαρέλι στάνιαρε»= έσφιξε από το νερό και δεν τρέχει 2. Στηρίζομαι
Στασιό = Στάση, Ξεκούραση για λίγο
Στατέρι, (το) = Μικρό κοντάρι
Σταυροπόδι, (το) = κάθισμα  ανδρών σε θέση οκλαδόν, με διασταυρωμένα τα σκέλη
Σταχτοφούρνι, (το) = Το εσωτερικό της γωνιάς ή του φούρνου
Στειλιάρι, (το) = η ξύλινη λαβή των εργαλείων
Στερνό = τελευταίο , «στα στερνά του μετανόησε».
Στέρφος, (η, ο) = στείρος, άτεκνος
Στεφανοθήκη = θήκη για τα στέφανα
Στούμπος = 1. Ο κοντόχοντρος  2. ο κακός μαθητής, ο βλάκας 3..  στρογγυλή πέτρα που τρίβουν  το αλάτι, 4.κόπανος «θα στουμπίσω το αραποσίτι»
Στούμπακας- στουμπί = Λιθάρι λείο για χτύπημα (στούμπισμα)
Στουρνάρι, (το) = γερή πέτρα κόκκινου χρώματος

Στουφώνω = πνίγομαι «στούφωσα απ’ τη βρώμα»

Στυγερό, (το) = το ξύλο στη μέση του αλωνιού όπου έδεναν και γύριζαν τα άλογα
Στυλιάρη, (το) = 1. Ξύλο γεωργικών εργαλείων 2. Αγράμματος, αλύγιστος
Στραβόξυλο, (το)  = ο ανάποδος
Στραβούλιακας = Βρισιά για τον ζημιάρη
Στράτα, (η) = το δρομάκι
Στράφι = άδικα, στα χαμένα
Στρέβλα, (η)  = Το ξύλο που ασφαλίζει δίφυλλη πόρτα
Στρέκλα, (η) = 1. βρισιά για τον κουτσό και αυτόν που χάνει την ισορροπία του 2. η αλογόμυγα
Στριγγλιάρης,α,ικο  ο καχεκτικός, ο αδύνατος, ο αρρωστιάρης
Στρίγγλα = η κακιά και δύστροπη γυναίκα
Στήγερος = Το ξύλο στο κέντρο του αλωνιού
Συγγενικό = 1.Νευρική κρίση, επιληψία 2. Βρισιά «κακό συγενικό να σε εύρη»
Συγκέσιο, (το) = το συνοικέσιο
Συγκξιέμαι = Επιδιώκω κάτι με ανορθόδοξο τρόπο
Σύγκορμο= από πάνω ως κάτω
Συκοβάλλω = Συκοφαντώ, κακολογώ
Συμμαζωτάρι = υβριστικά ο σώγαμπρος
Συμπολιάζω = Ταιριάζω
Συμπούπουλα = Ψηλά «με σήκωσε στ συμπούμπουλα»
Συνεμπαίνω = Ανακατεύομαι με δόλο σε ξένες υποθέσεις, παρεμβαίνω, αναμιγνύομαι
Συνερίζομαι = τα βάζω με κάποιον, παρεξηγώ, τσακώνομαι.
Συνταυλάω ή συμπάω = 1. Ανακατεύω φυσώντας την φωτιά για να δυναμώσει 2. κεντάω με λόγια κάποιον για να ανάψει ο καυγάς
Συντέρια, (τα) = 1.τα σίδερα πού κρατούν τα αγκωνάρια 2.οι κρίκοι του ζυγού 
Συντυχιά, η  = η σύμπτωση
Συφέρτα, (το) = Μεταλλικό σκεύος με χερούλι )μεταφορά για φαγητό)
Σύξυλος = Έκπληκτος, ακίνητος, εκστατικός
Συρμαγιά = Σεφτές, μαγιά
Σύρτης = 1. Μεταλλική λάμα που κλείνει τα κουφώματα 2. Αυτός που μεταφέρει κλεμμένα ζώα
Στενοβουρλίδα = 1. Στενή λωρίδα χωραφιού 2. Στενό παντελόνι
Συχαρίκια, (τα) = Τα ευχάριστα μηνύματα για γάμο, βαφτίσια κ.λ.π. το φιλοδώρημα σ’ όποιον φέρνει ευχάριστη είδηση
Σφάλαγκας –γκι = Η αράχνη
Σφάλαχτο, (το) = είδος ακανθώδους θάμνου
Σφάρδακλας, (ο) = ο βάτραχος
Σφαχτά, (τα) = Τα γιδοπρόβατα, το κοπάδι το προς σφαγή ζώο
Σφερδούκλι, (το) = Ο ασφόδελος, το φυτό καλοκαίρα
Σφοντύλι, (το) = 1. υφαντικό εργαλείο, στρογγυλή πέτρα που τοποθετείται στο κάτω μέρος του αδραχτιού και διευκολύνει την περιστροφή του για το κλώσιμο της κλωστής 2. Κάτι ξαφνικό, ταμπλάς «μου ήρθε ο ουρανός σφοντύλι»
Σφόντυλος = (μετ.) Χαστούκι, σφαλιάρα δυνατή
Σχιζαύτι, (το) = Το σχίσιμο για σημάδεμα στο αυτί του αιγοπροβάτου
Σώγαμπρος, (ο) = ο γαμπρός που κατοικεί μαζί με τα πεθερικά του
Σωμάδες = παιδικό παιχνίδι που παιζόταν με πλάκες ή κεραμίδια
Σωμάρα = λιποθυμία, αδιαθεσία
Σώνω = τελειώνω κάτι, εξαντλώ
Σώσμα = το κρασί στο  τελειωμό του
Σωρώνω = φτιάχνω σωρό

Τ,τ

Τάβλα, (η) = σανίδα, τραπέζι συμποσίου
Ταή, η = το φαγητό των ζώων
Τάλε κουάλε = ίδιος, πανόμοιος
Ταλίμι, (το) = Επιδέξιο
Ταμάμ επίρ. = ίσια-ίσια, ακριβώς
Ταμαχιάρης, (ο) =  ο δουλευταράς
Ταμπλάς= ημιπληγία, απότομα, απρόοπτα
Ταμπουράς, (ο) =  έγχορδο όργανο
Ταμτέλλα, (η) = η δαντέλα
Ταχιά = Αύριο
Ταράκουλο, (το) = Ταραχή
Tαρακουνάω = ταράζω, συγκλονίζω
Ταρκάσι = αντικείμενο ευτελούς αξίας, λινάτσα, ρετάλι
Ταρναρίζομαι = ταλαντεύομαι, λικνίζομαι
Ταρναριστά = καμαρωτά        
Τάτας, (ο) = ο πατέρας (έκφραση μικρού παιδιού)  
Τάχα, τάχατες  = μήπως, δήθεν, ίσως, (με ειρωνική διάθεση)
Ταχιά = αύριο
Ταχριμπέτσι = Δυνατό ξύλο (χτύπημα)
Τέζα (η) = τέντωμα, «τα τεζάρωσε» πέθανε
Τεζάχι = 1. Πάγκος 2. Ξύλο «θα φας τεζάχι»
Τεκνοφέσι = Άσθμα αλόγου
Τεμελχανάς = ο τεμπέλης, από το χάνι των τεμπέληδων
Τέμπλα, (η) = 1. Μακρύ ξύλο(ραβδί) για το χτύπημα και μάζεμα καρπών δέντρων 2. Ψηλή και άχαρη γυναίκα
Ταντέλα, (η) = Δαντέλα
Τέντα = ανοιχτά
Τέντζερης, (ο) = Χάλκινο σκεύος με καπάκι, κατσαρόλα μαγειρέματος
Τεντώνω = (μετ) Πεθαίνω
Tερτίπι, το = κόλπο, καμωματιά 
Τέσα, (η) = Μεταλλικό(χάλκινο) στρογγυλό σκεύος με καμπυλωτό χερούλι
Τετοιώνω = 1.Εκτελώ σεξουαλική πράξη 2. λέξη χωρίς νόημα
Τέτοια = Ανδρικά γεννητικά όργανα
Τετράδη = Η τέταρτη μέρα
Τετραπέραντος, (ο) = ο πανέξυπνος σε όλα
Τέψα, (η) = Χαλκωματένιο ταψί
Τζαμιλίκι, (το) = το μικρό τζάμι
Τζερεμές =  ανυπολόγιστο έξοδο
Τηλώνω = Χορταίνω
Τσαναμπέτης = αυτός που δεν έχει τρόπους
Τζερεμές, (ο) = η άδικη ποινή
Τζιολέυω, τσολεύω = Πειράζω, ενοχλώ «κεντάω»
Τζουρλάς = λαϊκό μουσικό όργανο από καλάμι ή ξύλο
Τηράω = κοιτάω, προσέχω, φροντίζω, τήρα κει = κοίτα εκεί
Τηράγομαι = 1. Κοιτάζομαι στον καθρέφτη 2. Κοιτάζομαι, εξετάζομαι για αρρώστια
Τίγαρις = μήπως
Τίγκα = (επίρρημα) Παράφαγα
Τοίρα =όρα (αρχ.) = δες, κοίτα.
Τομάρι, (το) = 1.το δέρμα του ζώου, 2.ο αχάριστος, ο κακός άνθρωπος
Τόπι, (το) = το κλοτσοσκούφι, η μπάλα 
Τουλούμι, (το) = το ασκί, το φουσκωμένο δέρμα  
Τουλούπα, (η) =Τούφα (μπάλα) μαλλιού
Τούμπη = Εξόγκωμα εδάφους, όγκος
Τουμπάκι, (το) =  μικρός λόφος
Τούμπανο = πρήστηκε, «έγινε τούμπανο»
Τούραγνα, τύραγνα, (τα) = αγαθά  που αποκτήθηκαν με πολύ κόπο
Τουραγνία, τυραγνία, (η) = η τυραννία
Τούρλα =1.πολύ γεμάτο, ξεχειλισμένο, 2.κορυφή
Τουρλόκωλα, επίρ.  =1. μπρούμυτα, 2. τουρλοκωλιάζω =σηκώνω τα οπίσθια, 3.«τουρλοκολιάστηκε από το ζώο» = έπεσε
Τούρκος, (ο) = Σκληρός, νευρικός, θυμωμένος
Τόφαλος, (ο) = ογκώδης, πολύ χονδρός
Τσάγκρα = μονόκαννο όπλο (εμπροσθογεμές)
Τσαναμπέτης, (ο) = Κατεργάρης
Tσόλια, τσιόλια, (τα) = κουρέλια, παλιόρουχα
Τσοκάνι, (το) = το κουδούνι των προβάτων, τροκάνι
Τσιγκέλι, (το) = Το σιδερένιο άγκιστρο από όπου κρεμούσαν για αερισμό και συντήρηση το χοιρινό, τα πουλερικά κλπ.
Τσίτσικας =  το πίσω μέρος που συγκρατείται  το στυλιάρι της αξίνας, σκερπάνι κ.λπ.
Τσάρκος, (ο) = το «ζεστό» μαντρί για τα νεογέννητα αρνιά και κατσίκια
Τσούγκανο =  πολύ ξερό (για το ψωμί)
Τσουρδέλι = πεταχτό, έξυπνο κορίτσι
Τσουράπια =  κάλτσες
Τσιούπα, (η) = Το κορίτσι ή Θυγατέρα, παντρεμένη ή ανύπαντρη
Τσουκάλι = χάλκινο στενό σκεύος με χερούλι για ζέσταμα του νερού στο τζάκι
Τσουρλώνω = σουφρώνω, «Τσούρλωσε τα χείλα» έσφιξε τα χείλη
Τρα, κει = πήγαινε εκεί,
Τράτο, (το) = ανοχή, ησυχία « δώσε τα δανικά με το τράτο σου»
Τραβάω = Κατευθύνομαι (τράβηξε για το ποτάμι)
Τραβολογάω = 1.κατευθύνω κάποιον παρά τη θέλησή του 2.συναναστρέφομαι κάποια μόνο για την σεξουαλική ικανοποίηση
Τράμπα, (η) = ανταλλαγή με είδος
Τραμπάκουλο = Ο κουτσός, ο μεθυσμένος
Τραμπουζάνα ή νταμουνζάνα = Μεγάλη πλεγμένη με ψάθα μπουκάλα
Τρανός (η,ο) =  μεγάλος
Τράστο, (το) = Το ταγάρι του αργαλειού, σακούλι. σακίδιο
Τρατάρω = κερνάω
Τράτο, (το) = το περιθώριο
Τράφος = ρέμα, τάφρος
Τραφιάζω- ομαι = γκρεμίζω, -ομαι = πέφτω
Τριβώλια            = αγκαθωτοί κόκκοι μεγέθους ρεβιθιού
Τριδόνες ή ντριδόνα, (η) = 1. Αιμορροΐδα  2. Ανησυχία, «τριδόνες έχεις…και δεν στέκεσαι…»
Τρεμοκουρκίζω = κρυώνω, τρέμω από το πολύ κρύο
Τρεμπεκλάω = τρικλίζω
Τρενάρω = καθυστερώ μια δουλειά
Τρικέρης, (ο) = ο σατανάς, ο διάολος
Τρίμματα, (τα) = ψίχουλα
Τρισκατάρατος, (ο) = ο καταραμένος
Τριτσινάω, ντριτσινάω = Κλωτσάω κατ’ εξακολούθηση
Τριφτιάδες, τριφτάδες, (οι)  = Παραδοσιακό ζυμαρικό που παρασκευάζεται στη στιγμή  Τρίφτης = Ποιμενικό σύνεργο
Τριτσινάω = Χοροπηδάω, πάω και έρχομαι χορεύοντας
Τριχιά, (η) = μακρύ σχοινί
Τροκάνι = Είδος τσοκανιού (κουδουνιού αιγοπροβάτων)
Τρόκλα  = στροφή του δρόμου
Τρουποκεφαλιάζω = Πληγώνω πετώντας πέτρα στο κεφάλι
Τρουπώνω = (μεταφορά) Καταφέρνω να μπω σε καλή δουλειά
Τροΰρω, τρογύρω = Τριγύρω
Τρυγητής, (ο) =  ο Σεπτέμβριος
Τρω = Τρώγω
Τσαγκλαρίδες, (οι) =  αδύνατα πόδια
Τσακίδια = φύγε, χάσου
Τσακουμάκι = Ο αναπτήρας (με πριόβολο και ίσκα), ο Τσακουμάκης (γρήγορος)
Τσακώνω = συλλαμβάνω κάποιον επ' αυτοφώρω
Τσαλαβουτάω = πέφτω με τα ρούχα στο νερό
Τσαλαπατάω =  πατάω και τσαλακώνω κάτι, ξαναπατάω άτσαλα
Τσαλαφός, (ο) = Ο χαζός, αυτός που δεν παίρνει από λόγια
Τσαλίμια, τσαλιμάκια = Κόλπα, νάζια
Ταμπάσης, (ο) = Έμπορος αλόγων
Τσαμπίδες = Τα απομεινάρια των τρυγημένων αμπελιών\
Τσαμπουνάω = φωνάζω χωρίς να με ακούει ο άλλος, επιμένω
Τσάμπουρο, (το) = ο σκελετός χωρίς τις ρόγες του σταφυλιού
Τσανάκα, (η) = η καρδάρα
Τζάντζαλα, (τα) = άχρηστα και ελαφρά ενδύματα
Τσαντίλα, (η) = 1. το πανί (πάνα,σάκος) για το στράγγισμα του τυριού και της μυζήθρας 2. ο εκνευρισμός (είμαι τσαντισμένος =είμαι νευριασμένος, τεντωμένος)
Τσαπερδώνα,(η) = 1.έξυπνη νέα γυναίκα, 2. πουτανίτσα
Τσαπί = σκαλιστήρι
Τσάρκος, (ο) = Χώρος για νεογέννητα αρνοκάτσικα, ζεστό μαντρί
Τσάρφαλα, (τα) = ξερόκλαδα για προσανάμματα
Τσάτσα, (η) = η θεία
Τσατσάλα  = διχάλα
Τσέγκουρο, (το) = 1.το κοτσάνι του σταφυλιού 2. το αποστάφυλο μετά τον τρύγο
Τσεμπέρι, (το) = Βαμβακερό υφαντό μαντήλι με λουλούδια, κεφαλομάντηλο
Τσεμπέρα, (η) = Κεφαλομάντηλο
Τσέπι, (το) = το κέρατο
Τσέρλα, (η) = Διάρροια, ευκοίλια
Τσιγκέλι = κατεργασμένο κλαδί δέντρου για ανάρτηση αντικειμένων.
Τσίμπλα (η) = κολλώδες υγρό στο μάτι, ο τσιμπλιάρης
Τσιομύτης = Ο κοψομύτης, με μικρή μύτη
Τσιάμ- τσιριρίμ = Παιδικό παιχνίδι
Τσιατουμάς, (ο) = Εσωτερικός λεπτός τοίχος με καλάμια σοβατισμένος
Τσιγαρίδα, (η) = Κομμάτι παστού χοιρινού κρέατος
Τσιγαρίζω = 1. Τηγανίζω κρέας 2. Βασανίζω κάποιον
Τσιγκλαω = πειράζω, ενοχλώ κάποιον να εκνευριστεί
Τσίκα, (η) = Η σπίθα της φωτιάς
Τσίλης, (ο) = Το άσπρο άλογο
Τσίλικος, (ο) =  δυνατός, όμορφος
Τσιλιβήθρα=  πολύ αδύνατος
Τσιλιχρός = Καχεκτικός, αδύναμος
Τσιμπίδα, (η) = Εργαλείο του σιδερά
Τσιμπουροβύζα, (η) =  η προβατίνα με πολύ μικρή θηλή 
Τσιντσιρίζω =τηγανίζω (με θόρυβο)
Τσιουμπί, (το) = 1. Σκαμνί από κορμό δέντρου 2)  Ρόζος στο ξύλο
Τσιπούρο, (το) = το ρακί
Τσιράκι, (το) = ο καλοθελητής
Τσιροπούλι, (το) =το μικρό πουλί, σπουργίτι.
Τσίτα, (η) = Το ξύλο για το μουνούχισμα και το τέντωμα των ζώων
Τσιτσί = Κρέας (έκφραση μωρών)
Τσιτσίδι = γυμνός,
Τσιτώνω = 1. Τεντώνω 2. Νευριάζω
Τσιφός, (ο) = Ο στυφός
Τσίφτης = 1.  ο μπεσαλής, ο εξηγημένος 2. η πένσα(εργαλείο)
Τσίτσα, (η) = Μικρό ξύλινο βαρέλι (βαρέλα)
Τσιντσιρίζω = τηγανίζω
Τσοκάνι, (το) = κουδούνι για τα πρόβατα 
Τσόλι, τσόλια = παλιόρουχα τριμμένα, ευτελές ένδυμα, κουρέλι
Τσορομπίλη, (το) = μικρό παιδί ή ζώο, τσορομπίλια = πιτσιρίκια
Τσότρα, (η) = το ξύλινο παγούρι
Τσόφλι το = το περίβλημα ξυρού καρπού, αυγού
Τσούλα, (η) = 1. προβατίνα με μικρά αυτιά 2. Ανήθικη γυναίκα
Τσουλώνω = σηκώνω τα αυτιά
Τσούμπι = 1. το ύψωμα, το τούμπι 2. Το κούτσουρο
Τσούνα, τσουτσούνα, (η) = το παιδικό μόριο
Τσούπα, (η) = το κορίτσι, η κοπέλα, η κόρη
Τσουράπια =  μάλλινες κάλτσες.
Τσουρλώνω = ανασηκώνω, «τσούρλωσε τα αυτιά»
Τσουρούλι = κομμάτι ψωμί
Τσουρουφλίζω  = καίω τις άκρες των μαλλιών ( ήταν έθιμο την λαμπρή)
Τσουπαρώνα = ομορφοκόριτσο
Τσουράπι, (το) = μάλλινη ανδρική κάλτσα
Τσουκάλι, (το) = χάλκινο αγγείο με χερούλι
Τσούκνα, (η) = υφαντό αμάνικο πανωφόρι
Τσουράπια, (τα) = μάλλινες κάλτσες
Τσουράπω, (η) = άσχημη γυναίκα
Τσουτσουρεύομαι = ζωηρεύω, υπερηφανεύομαι,
Τυλιγάδι, (το) = το εργαλείο για το τύλιγμα του υφαδιού (στημόνι) στα καλάμια
Τυλιγαδιάζω =  τυλίγω νήμα
Τυλώνομαι = χορταίνω φαγητό
Τυφλοπάνι = 1. Παιδικό παιχνίδι 2. Το πανί που κλείνουν τα μάτια του επιβήτορα αλόγου προκειμένου να διασταυρωθεί με την μάνα του

Υ,υ
Υγιός, (ο) = Γιος
Υφάδι = Το νήμα του αργαλειού που υφαίνεται στο στημόνι

Φ,υ

Φακιόλι, (το) = πετσέτα φαγητού
Φάλαρα, (τα) =χάντρες και κοσμήματα των αλόγων
Φαλαρίδα ή αφαλαρίδα = φυτό που χρησιμοποιείται για σάρωμα 
Φαλτσέτα, (η) = Εργαλείο τσιαγγάρι, κοπίδι
Φαρμακίλα, (η) = η πίκρα, «άσεμε στην φαρμακίλα μου παιδάκι μου» ή «έχω μια φαρμακίλα μέσα μου»
Φαρμακώνω = 1. δίνω φαρμάκι σε κάποιον 2. «κάνει φαρμάκι» κάνει κρύο, 3. «φαρμάκωσε τώρα» τρώγε τώρα  
Φαρφάλα, (η) = Πολυλογίας, βλακεία
Φάσα = Πουλί άγριο
Φασκιά =  λωρίδα ύφασμα που τύλιγαν το σώμα των νεογέννητων

Φασούλια = Τα φασόλια
Φεγγίτης, (ο) = μικρό παραθυράκι που μόλις φεγγίζει
Φέγγος, (το) = το φως
Φεγγρίζει = 1. βλέπει αμυδρά 2. μτφ. φεγγρίζει από την αδυναμία του, τον διαπερνά το φως, από το φεγγαρίζω
Φεκλώνια, (τα) = ξέφτια, ξεφτισμένες κλωστές
Φελάει = ωφελεί
Φελί = Μεγάλο κομμάτι
Φέρτσα, (η) = λωρίδα από λίπος του  γουρουνιού   
Φέρτσελο, (το) = Άχρηστο πράγμα
Φευγούλα, (η) = Φυγή
Φευγοδικάω = κρύβομαι για να μην πιαστώ από το νόμο
Φηκάρι, (το) = η ξύλινη θήκη του μαχαιριού
Φθισικός = Φυματικός
Φιδοπουκάμισο = το δέρμα του φιδιού
Φιλεύω = Κερνάω, προσφέρω (γλυκό)σε παιδιά
Φιότσος = βαφτιστήρας, αναδεκτός
Φιρί φιρί = γύρω-γύρω, ψάχνεσαι
Φιτιλιά, (η) = το ανακάτεμα σε τσακωμό, η ραδιουργία
Φκιάνω = φτιάχνω
Φκιασίδι, (το) = το κοκκινάδι για το πρόσωπο, το στολίδι
Φκυάρι = Φτυάρι
Φλάμπουρο, (το) =  1.το λάβαρο.2. υποτιμητικά ο λεβέντης
Φλέσουρα, (τα) = 1.ξερά φύλλα δέντρου 2. άχρηστα
Φλέτζα, (η) = φλούδα, λεπτή φέτα φαγώσιμου
Φλιέσκουρα, (τα) = Σωρός από φλούδια ή φύλλα δέντρου
Φλιόρα, (η) = Λευκή γίδα
Φλόκια, (τα) = 1. Στενόμακρες λουρίδες πάνινων ρούχων που μπαίνουν στο στημόνι για να φτιάξουμε κουρελούδες και φλοκάτες, 2. Το σπέρμα
Φλοκάτη ή φλοκοτό = Στρωσίδι ή κλινοσκέπασμα με φλόκια υφαντό
Φλουδάω = Κάψιμο από καυτό φαγητό
Φλούσια, (τα) = Φλούδια από όσπρια
Φλουσκούνι, (το) = άχρηστο αγριόχορτο με έντονη μυρωδιά
Φόλι, (το) = Το αυγό που κρατάει το κοτόπουλο στη φωλιά
Φορτοτήρα, (η) = το ξύλο με την διχάλα που χρησιμεύει για να συγκρατεί το ένα φορτίο στο σαμάρι μέχρι να φορτωθεί το άλλο
Φορτοτριχιά, (η) = το σχοινί σαμαριού που χρησιμεύει για το φόρτωμα
Φορτσέρι, (το) = Μπαούλο
Φούρλα, (η) = Περιστροφή, Το γύρισμα στο χορό
Φούρκα, (η) = ξύλινος πάσσαλος με διχάλα
Φουρκάω = Κρεμάω, «φουρκίστηκε»= απαγχονίστηκε
Φουρκάδα, (η) = ξύλινο δίχαλο για υποστήριγμα δέντρων και φυτών
Φουρκίζω = 1.απαγχονίζω, κρεμάω 2. προκαλώ θυμό σε κάποιον
Φούρλα, (η) = φιγούρα στο χορό, στροφή γύρω από τον εαυτό
Φουρνόκλεισμα, (το) = λαμαρινένιο καπάκι του φούρνου με χερούλι
Φουσάω = Φυσάω
Φούσκα, φουσκοτόπι  = 1. Παιχνίδι με τόπι (μπάλα) από την  κύστη του γουρουνιού 2  το άγαρμπο πέσιμο 3. φούσκος =  το ξύλο, η σφαλιάρα
Φουσκί, (το) = η κοπριά, απόβλητα ζώων
Φούσκουλος- φούσκα = Πέσιμο από γλίστρημα
Φούσκουμα, (το) = Τυμπανισμός, αρρώστια ζώων
Φουσκώνω  = νευριάζω, φουσκώνω ιδιοτροπία
Φρίκιασα  =  φοβήθηκα
Φυράδα, (η)= η χαραμάδα, «φύρινε το βαγένι» = άνοιξε
Φυρός = ο χαζός, αυτός που χάνει (μπάζει)  
Φυτίλι, (το) = Πλεχτό νήμα για τη λάμπα πετρελαίου
Φρατζιάτα, (η) = Πρόχειρο καλύβι από χόρτα για το καλοκαίρι, στέκι
Φτενός, (η,ο) = ο λεπτός
Φτούνα =  αυτά
Φτου = εκεί
Φτερακάω  = φτερουγίζω, πετάω
Φτουράω = 1. Φτάνω, επαρκώ, «φτουράει»= είναι αρκετό 2. Υπολογίζομαι, μετράω σαν άνθρωπος, αξίζω
Φυλάω = 1 .Προσέχω κάτι 2. Ευρίσκομαι μέσα και προσπαθώ να βγω (για παιδικά παιχνίδια)
Φυσήχτρα, (η) = Τρυπημένο καλάμι για το τρύπημα της φωτιάς
Φυτεύω = Κτυπώ με δύναμη
Φώλος, (ο) = το φώλι, το αυγό που βάζουν στη φωλιά για να κλωσίσει η κότα
Φωτερά = Τα μάτια
Φωτίζω = Αδυνατίζω από έλλειψη φαγητού
Φώτιμα = Το ξημέρωμα

Χ,χ

Χαβάνι = Σκεύος μεταλλικό για το τρίψιμο του αλατιού κ.λ.π.
Xαβάς, (ο) = 1.ο σκοπός τραγουδιού 2.η ιδιοτροπία
Xαβιά,η = χαλινάρι για ατίθασα άλογα
Χαβιώνω = περνάω τη χαβιά, κουμαντάρω, εξαπατώ κάποιον
Χαγιάτι, (το ) = ο εξώστης, η βεράντα
Χαϊμαλί, (το) = 1.το στολίδι των ζώων με χάντρες 2.το φυλαχτό
Χάϊντε = Άντε
Χαϊρι, (το) =  η προκοπή
Χαλάω =  σκοτώνω
Χαλεύω = γυρεύω
Χαλκιάς, (ο) = ο σιδηρουργός, ο γύφτος
Χαλκωματένιο =  χάλκινο
Χαμοκέλα, (η) = ισόγειο πέτρινο ή πλίθινο που χρησίμευε για στάβλο ή αποθήκη
Xαμόσπιτο, (το)  =  ισόγειο σπίτι που χρησιμεύει κυρίως για κατοικία
Χάμου = χάμω, κάτω
Χάμουρα, (τα) = τα χαλινάρια
Χαμπέρι, (το) =  η  είδηση, το μαντάτο
Χαμπερίζω =  υπολογίζω, λογαριάζω
Χαμπηλώνω, χαμπηλά = Χαμηλώνω, χαμηλά
Χανάκα, (η) == Δερμάτινη λαιμαριά με χάντρες που βάζουμε για το μάτι στα άλογα
Χάνι, (το) =  ξενοδοχείο,  πανδοχείο για ανθρώπους και ζώα
Χατζάρια           = μαχαίρια
Χάνω = Δεν πάνε καλά τα μυαλά, ξεχνάω
Χαράμι = άδικα
Χαρανί = Το καζάνι
Χαραμοφάης = ο ντεμπέλης       αυτός που τρώει χωρίς να προσφέρει
Χαράργια, (τα) = τα ξυλάχερα, σύστημα με ξύλα και σχοινιά για τη μεταφορά του άχυρου με ζώα.
Χαραυγή, (η) = το γλυκοχάραμα
Χάρβαλο, (το) = 1. Το χαλασμένο, διαλυμένο, ετοιμόρροπο 2. Το αιδοίο για βρισιά «της μάνας σου το χάρβαλο»
Χαρδαβέλα ή χαρτναβέλα = Ο κρίκος που μπαίνει στη μύτη του γουρουνιού για να μην σκάβει
Χαρλαύτης = Βρισιά για τον πολυφαγά
Χαρχαλεύω = Ψάχνω κάτι αθόρυβα
Χάση, (η) = το χάσιμο του φεγγαριού
Χάσκω = γελάω με το στόμα ανοιχτό
Χασκογελάω = χαζογελάω χωρίς λόγω
Χασομέρι, (το) = η αργοπορία, χαμένος χρόνος, χασομέρης
Χάχαλο,(το) = ξυλαράκι, «θα μαζέψω χάχαλα για την φωτιά», χαλάλι = λεπτό ξυλαράκι
Χαψιά, (η) = η μπουκιά
Χερόβολο,  (το) = μια χεριά θερισμένα στάχυα δεμένα με καλαμιά
Χεριά, (η) =  όσο πιάνει ένα χέρι
Χερικό (το) = το καλό χέρι όπως το ποδαρικό
Χερόμυλος = μύλος με δύο όμοιες κυκλικού σχήματος πέτρες που η πάνω στρέφεται με ξύλινη χειρολαβή για το άλεσμα του σταριού
Xερχέρα = γρήγορα- γρήγορα
Χιμωνικό, (το) = Το καρπούζι
Χιονίστρα, (η) = μούδιασμα με πόνους των άκρων, προειδοποίηση  κρυοπαγημάτων
Χλαπακιάζω = Τρώγω λαίμαργα και με θόρυβο
Χλαπουτσάω = τρώω λέμαργα χτυπώντας τα ούλα
Χλιαίνω = Ζεσταίνω
Χλιμιντρίζω = χρεμετίζω, ζητάω σύντροφο
Χλίψη, (η) = η θλίψη
Χόβολη, (η) =  η θράκα, τα αναμμένα κάρβουνα σκεπασμένα με στάχτη
Χολιασμένος = ο θυμωμένος, στενοχωρημένος
Χοντρικό, χοντρό = 1. Μεγάλο γιδοπρόβατο 2. Αναίσθητος
Χοντρολιές, (οι) = οι φαγώσιμες (βρώσιμες) ελιές
Χουζούρι = ανάπαψη
Χούι = Άσχημη συνήθεια, ελάττωμα
Χουλιάρα, χουλιάρι = Κουτάλα, κουτάλι ξύλινο
Χούνη, (η) = 1. Στενό μέρος που ο θόρυβος δημιουργεί αντίλαλο 2. Σκοτεινό στενό μέρος
Χουνέρι, (το) = μεγάλη ζημιά, βλάβη, πάθημα
Χούρχουρη, (η) = Η κάδη του νερόμυλου
Χούσβελη, (η) = Η στάχτη του τζακιού
Χούφταλο, (το) = ο παλιόγερος
Χουχουλιέμαι= Ζεσταίνω με την αναπνοή τα χέρια, ανασαίνω πάνω στα χέρια μου
Χοχλάζει = κοχλάζει, βράζει, χόχλος
Χράπιος = Διαλυμένος, εύθραυστος
Χρουμπούλι, (το) = Ο σβόλος του τραχανά
Xρυσή, (η) = ο ίκτερος
Χτένι, (το) = 1) οδοντωτό εξάρτημα του αργαλειού, κατασκεύασμα με ακίδες καλαμιού που περνούν τα νήματα του στημονιού 2) μικρή χτένα μαλλιών, 3) το κάτω άκρο του ποδιού εκεί που δένει το κορδόνι
Χτικιό, (το) = Ανίατη ασθένεια, η φυματίωση
Xτικιάρης, (α,ικο) =  ο φυματικός, ο φθυσικός
Χυλόπιτες = Ζυμαρικό κομμένο σε λωρίδες ή παραλληλόγραμμα κομμάτια
Χυλός, (ο) = πρόχειρο φαγητό στο τέντζερη με αλεύρι και νερό
Χωρατό, (το) = το γέλιο, το αστείο


Ψ,ψ
Ψαλίδια, (τα) = τα ξύλα της στέγης
Ψάνη = χλωρό σιτάρι
Ψιλολιές, (οι) =  οι ψιλές ελιές 
Ψιλολοΐδια = μικροπράγματα
Ψιχάλα, (η) = το ψιλόβροχο
Ψιχαστήρα, (η) = Μεταλλική χειροκίνητη συσκευή για τον ψεκασμό του αμπελιού
Ψυχοπαίδι, (το) =       παιδί ξένο ή ορφανό, που έπαιρναν οικότροφο να το εκμεταλλευτούν στην δουλειά τους
Ψυχοπονιέμαι  =  λυπάμαι, συμπαθώ κάποιον αδύναμο
Ψωλή, (η) = Το ανδρικό μόριο
ψωμόλυσσα =πείνα
Ψωμώνω= μεστώνω
Διαβάστε περισσότερα ...