Η οργάνωση του παραδοσιακού ελληνικού σπιτιού βασιζόταν στην πρακτικότητα, την αντοχή των υλικών και την έξυπνη αξιοποίηση του περιορισμένου χώρου. Έπιπλα, σκεύη και αντικείμενα καθημερινής χρήσης, φτιαγμένα με μεράκι από ντόπιους τεχνίτες, εξυπηρετούσαν τις ανάγκες της οικογένειας και άντεχαν στο πέρασμα του χρόνου.
Α' Κατηγορία: Έπιπλα και Μεγάλα Αντικείμενα του Σπιτιού
Αρμάρι: Ξύλινο έπιπλο που συνήθως τοποθετούνταν σε κάποια εσοχή παραθύρου για εξοικονόμηση χώρου. Χωριζόταν εσωτερικά σε ράφια, τα οποία οι νοικοκυρές έστρωναν με άσπρα χαρτιά ή χειροποίητα υφάσματα με δαντέλες, και έκλεινε με μικρές δίφυλλες πόρτες με τζάμια (τζαμλίκια). Εκεί φύλασσαν τα καλά πιατικά και τα κρύσταλλα, και καμιά φορά φαγητά. Αργότερα, εμφανίστηκε και μια παραλλαγή του ως τετράγωνη μεταλλική ντουλάπα με σίτα γύρω-γύρω, η οποία κρεμιόταν από τα πάτερα ή το ταβάνι για την προστασία των τροφίμων.
Γιούκος: Πάνω σε μια σταθερή βάση ή σε μια κασέλα, οι νοικοκυρές τοποθετούσαν με απόλυτη ομοιομορφία και σειρά τα διπλωμένα χοντρά ρούχα και κλινοσκεπάσματα του σπιτιού (σαΐσματα, κουβέρτες, απλάδια, φλοκάτες, παπλώματα). Αν στο σπίτι υπήρχαν κορίτσια, το καθένα είχε τον δικό του γιούκο, του οποίου το ύψος μαρτυρούσε και την ηλικία της κοπέλας (καθώς μεγάλωνε η προίκα). Πολλές φορές το χρόνο, ιδιαίτερα την άνοιξη, τα ρούχα αυτά βγαίνουν στα μπαλκόνια και απλώνονταν στους ξύλινους φράχτες για να αεριστούν, αλλά και για να τα επιδείξουν με καμαρί στη γειτονιά και στους υποψήφιους γαμπρούς.
Εικονοστάσι: Στην αρχική του μορφή ήταν μια απλή σανίδα στερεωμένη ψηλά στην ανατολική γωνία του υπνοδωματίου, όπου ακουμπούσαν τις άγιες εικόνες. Από το ταβάνι κρεμόταν το καντήλι με αλυσίδες, οι οποίες επέτρεπαν στη νοικοκυρά να το κατεβάζει εύκολα για να το ανάψει. Με τα χρόνια εξελίχθηκε σε κομψό ξύλινο έπιπλο με δίφυλλες τζαμωτές πόρτες, όπου εκτός από τις εικόνες φύλασσαν τον αγιασμό, τα βάγια και τα κλαδιά από τις μεγάλες γιορτές. Δίπλα του τοποθετούνταν πάντα η στεφανοθήκη του ανδρογύνου.
Κάδρο: Ξύλινα, περίτεχνα σκαλιστά πλαίσια με τζάμι, τα οποία φιλοξενούσαν οικογενειακές φωτογραφίες, θρησκευτικές εικόνες ή περί some κεντήματα της νοικοκυράς. Κοσμούσαν τους κεντρικούς τοίχους του σπιτιού ή την επιφάνεια πάνω από το τζάκι.
Καθίσματα: Τα πρώτα, πρωτόγονα καθίσματα ήταν τα «τσιούμπια» (κούτσουρα από κορμούς δέντρων) και τα απλά σκαμνιά από σανίδες, ύψους 30-40 εκατοστών. Αργότερα μπήκαν στα σπίτια οι παραδοσιακές ξύλινες καρέκλες με ψάθινο ή ξύλινο κάθισμα. Σε περιπτώσεις πολυκοσμίας, επιστρατεύονταν ως πρόχειρα καθίσματα το σαμάρι των ζώων, το κασόνι ή ακόμα και το «κάρτο» (το ξύλινο δοχείο μέτρησης των δημητριακών).
Καθρέπτες: Υπήρχαν διαφόρων ειδών καθρέπτες στο νοικοκυριό. Άλλοι ήταν ενσωματωμένοι στα φύλλα των μεγάλων ντουλαπών και άλλοι αποτελούνταν από απλά κομμάτια τζαμιού, κρεμασμένα με σχοινί στον τοίχο ή ακουμπισμένα πάνω σε κάποιο έπιπλο.
Κασέλα: Επιμήκες ξύλινο κιβώτιο, απλό ή διακοσμημένο με περίτεχνα σκαλίσματα στην μπροστινή του όψη. Έφερε ισχυρά μεταλλικά χερούλια δεξιά και αριστερά για τη μεταφορά του και χρησίμευε για την αποθήκευση ρούχων, τροφίμων και πολύτιμων αντικειμένων.
Κασόνι: Μεγάλο, απλό κιβώτιο κατασκευασμένο από ξύλο πλατάνου, με ενδεικτικές διαστάσεις 2x1x1 μέτρα. Το μισό φύλλο της πάνω πλευράς του ήταν ανοιγόμενο. Εσωτερικά χωριζόταν σε διαμερίσματα («μάτια») όπου αποθήκευαν τα γεννήματα (βρώμη, στάρι, καλαμπόκι), καθώς και τον τραχανά ή τη μανέστρα μέσα σε πάνινες σακούλες υφασμένες στον αργαλιό. Τοποθετούνταν συνήθως στην αποθήκη ή στο κατώι του σπιτιού.
Κούνια (ή Σαμαρίτσα): Ξύλινη χειροποίητη κατασκευή από ντόπιους μαραγκούς, ειδικά σχεδιασμένη για το κοίμισμα των βρεφών. Ονομαζόταν και «σαμαρίτσα» επειδή το σχήμα της έμοιαζε με ανάποδο σαμάρι, ιδιότητα που βοηθούσε στο να λικνίζεται απαλά.
Κρεβάτι: Τα πρώτα κρεβάτια ήταν πρόχειρες αλλά λειτουργικές κατασκευές από δύο ξύλινα τρίποδα σε σχήμα Π, πάνω στα οποία τοποθετούνταν σανίδια. Στρώνονταν με σαΐσματα ή χειροποίητα στρώματα γεμισμένα με «πούσια» (φλούδες καλαμποκιού), άχυρα ή κουρέλια, ενώ για σκέπασμα χρησιμοποιούσαν κουρελούδες, μπαντανίες και βαριές κουβέρτες. Όταν δεν χρησιμοποιούνταν, το κρεβάτι στολιζόταν με πολύχρωμα στρωσίδια με κρόσσια. Ο χώρος κάτω από το κρεβάτι χρησίμευε ως κρυφό αποθηκευτικό μέρος για καλάθια και παπούτσια.
Κρεμάστρα: Μια απλή ξύλινη σανίδα με βιδωμένους γάντζους ή καρφωμένες μεγάλες πρόκες, στερεωμένη δίπλα ή πίσω από την κεντρική πόρτα για τα πανωφόρια των επισκεπτών. Αργότερα εμφανίστηκαν και οι κρεμάστρες του εμπορίου με ξύλινες χειρολαβές.
Μπαούλο: Ξύλινο μακρόστενο κιβώτιο (περίπου 1μ. μήκος, 50εκ. πλάτος και 60εκ. ύψος), με ολόκληρη την πάνω επιφάνειά του να ανοίγει σαν καπάκι. Διέθετε μεταλλικά χερούλια στις πλάγιες πλευρές και ασφαλείς κλειδαριές στην μπροστινή όψη. Η εξωτερική του επιφάνεια ήταν είτε μεταλλική είτε λουστραρισμένη ξύλινη με ανάγλυφες παραστάσεις και διακόσμηση από μεταλλικά καρφιά. Ήταν το πολυτιμότερο έπιπλο για τις νύφες, καθώς εκεί φύλασσαν τα προικιά, τα ρούχα και τα χρήματά τους, ενώ στις γωνίες του έκρυβαν συμβόλαια και φωτογραφίες. Λόγω της αντοχής του, χρησίμευε και ως κάθισμα.
Πιατοθήκη: Ένα απλό, πρακτικό ξύλινο έπιπλο με ράφια και χωρίσματα, καρφωμένο στον τοίχο της κουζίνας για την άμεση τακτοποίηση των καθημερινών πιάτων.
Τραπέζι: Το ψηλό τραπέζι ήταν τετράγωνο ή μακρόστενο (ύψους περίπου ενός μέτρου) με τέσσερα ξύλινα πόδια. Αποτελούσε το κέντρο της οικογενειακής ζωής: εκεί έτρωγαν, εκεί άνοιγαν οι γυναίκες το φύλλο για τις πίτες και τις χυλοπίτες, εκεί άπλωναν τον τραχανά και εκεί διάβαζαν τα παιδιά. Παράλληλα, υπήρχε και το χαμηλό τραπέζι (ο σοφράς, ύψους περίπου 30 εκατοστών), το οποίο τοποθετούνταν κοντά στο παραγώνι (τζάκι) για το καθημερινό φαγητό ή τις καθιστικές δουλειές της νοικοκυράς.
Φορτσέρι: Ξύλινο έπιπλο-κιβώτιο, παρόμοιο με το μπαούλο αλλά μικρότερο σε διαστάσεις. Χρησιμοποιούνταν αποκλειστικά για την αποθήκευση των ασπρόρουχων, των καλών πιατικών ή άλλων αντικειμένων αξίας του σπιτιού.
Β' Κατηγορία: Χρηστικά Σκεύη και Μικροαντικείμενα
Βαρέλα: Μικρό, κυλινδρικό ξύλινο βαρελάκι χωρητικότητας 3-5 λίτρων, το οποίο μετέφεραν εύκολα κρεμασμένο με σχοινί ή αλυσίδα. Κατασκευαζόταν από μικρές ξύλινες σανίδες (δόγες) που σφίγγονταν με δύο σιδερένια στεφάνια, ενώ στο πάνω μέρος έφερε στόμιο που έκλεινε με φελλό ή ξύλινο πώμα. Χρησίμευε για τη μεταφορά δροσερού νερού ή κρασιού στο αμπέλι και στο χωράφι.
Βαρέλι: Μεγαλύτερο κυλινδρικό ξύλινο δοχείο, με πιο παχύ ("κοιλιά") σχήμα στη μέση, δεμένο με τέσσερα σιδερένια ή ξύλινα στεφάνια. Διέθετε δύο τρύπες: μία στη βάση για τη ροή του νερού και μία στην κυρτή επιφάνεια για το γέμισμα. Οι γυναίκες τα χρησιμοποιούσαν για τη μεταφορά νερού από την κεντρική βρύση του χωριού, φορτώνοντάς τα ανά ζεύγη στα ζώα.
Γουβάς: Μεταλλικό, κωνικό σκεύος με πλατύ στόμιο και ενισχυμένο στεφάνι στον πάτο του. Διέθετε μια καμπυλωτή σιδερένια βέργα (χέρι) στα χείλη του για εύκολο κράτημα και χρησίμευε κυρίως για το πότισμα των ζώων ή τη μεταφορά των ζωοτροφών.
Γουδί: Σκεύος κατασκευασμένο από πέτρα, σκληρό ξύλο και αργότερα από μπρούντζο (ορειχάλκινο). Μέσα σε αυτό οι νοικοκυρές κοπάνιζαν και άλεθαν σκόρδα, καρύδια, αμύγδαλα και διάφορα μπαχαρικά, χρησιμοποιώντας το ειδικό βαρύ εξάρτημα, τον κόπανο (γουδοχέρι).
Δαχτυλήθρα: Μικρή μεταλλική προστατευτική θήκη που εφάρμοζε στο μεσαίο δάχτυλο του δεξιού χεριού. Ήταν απαραίτητη στο ράψιμο, καθώς βοηθούσε τη νοικοκυρά να σπρώχνει με δύναμη τη βελόνα ή τη χοντρή σακοράφα μέσα από τα σκληρά υφάσματα χωρίς να τραυματίζεται.
Κανάτα: Πήλινο, γυάλινο ή ξύλινο σκεύος με πλάγια χειρολαβή, ιδανικό για το σερβίρισμα του νερού ή του κρασιού στο τραπέζι. Η παραδοσιακή ξύλινικη κανάτα κατασκευαζόταν από λεπτές δόγες που συγκρατούνταν από μικρά, κομψά στεφάνια.
Κανίστρα: Πλατύστομο, ελαφρύ καλάθι πλεγμένο με λεπτά καλάμια και ευλύγιστες βέργες. Οι μεγαλύτερες κανίστρες διέθεταν δύο ενσωματωμένες πλεκτές λαβές. Χρησιμοποιούνταν κυρίως για τη μεταφορά του ψωμιού, των κολλύβων και των προσφορών στα μνημόσυνα και τις εκκλησιαστικές τελετές.
Καντήλι: Το πρώτο καντήλι ήταν ένα απλό γυάλινο ή σιδερένιο ποτήρι γεμάτο με νερό και λάδι, όπου επέπλεε ένα βαμβακερό φυτίλι. Αργότερα, αντικαταστάθηκε από περίτεχνα, ποικιλόχρωμα σκεύη με αλυσίδες που κρεμόταν από το ταβάνι μπροστά στα εικονίσματα. Ένας κάτω μεταλλικός χαλκάς επέτρεπε στη νοικοκυρά να το τραβά προς τα κάτω για να το ανάψει με την καντηλήθρα.
Καβουρντιστήρι (ή Καρφουντίστηρι): Χειροκίνητο λαμαρινένιο σκεύος σε κυλινδρικό σχήμα, με συρόμενο ή ανοιγόμενο πορτάκι. Τον κύλινδρο διαπερνούσε μια σιδερένια βέργα, η οποία στη μία άκρη ήταν μυτερή (για να στηρίζεται στη φωτιά) και στην άλλη κατέληγε σε κυρτή λαβή (μανιβέλα), επιτρέποντας τη συνεχή περιστροφή του για το ομοιόμορφο καβούρντισμα των κόκκων του καφέ.
Καυκί: Μικρό, ημισφαιρικό ξύλινο σκεύος με πλατύ στόμιο, χωρίς λαιμό, το οποίο διέθετε αυτόνομο ξύλινο κούμπωμα που ασφάλιζε ερμητικά.
Κόπανος: Μονοκόμματο, βαρύ ξύλινο εργαλείο με ειδικά διαμορφωμένη χερολαβή. Η μία πλευρά του ήταν ορθογώνια και η άλλη κωνική. Χρησιμοποιούνταν αποκλειστικά από τις γυναίκες στο ποτάμι ή στη σκάφη για το δυνατό χτύπημα και τον καθαρισμό των μουλιασμένων χοντρών μάλλινων υφασμάτων (σκουτιών).
Κούπες: Γυάλινα, πήλινα ή ξύλινα βαθιά σκεύη σε διάφορα μεγέθη. Οι μεγαλύτερες και βαθύτερες κούπες ονομάζονταν και μουρχούτες, και σε αυτές σέρβιραν παραδοσιακά το γάλα με παξιμάδια ή τις ζεστές σούπες (όπως τις τριφτιάδες).
Κουτάλια (ή Χουλιάρια): Σιδερένια, μπρούτζινα αλλά και ξύλινα κουτάλια. Τα ξύλινα κατασκευάζονταν από ντόπιους τεχνίτες από ανθεκτικό ξύλο κουμαριάς, κομμένο πάντα με «ολόγιομο φεγγάρι» για να μην σαπίσει. Υπήρχαν διάφορα μεγέθη (γλυκού, φαγητού), καθώς και οι μεγάλες κουτάλες που χρησίμευαν για το «κένωμα» (το σερβίρισμα) του φαγητού από το τσουκάλι.
Κρισάρα (Κόσκινο): Κυλινδρικό ξύλινο σκεύος με ενσωματωμένη συρμάτινη σήτα. Χρησίμευε για τον διαχωρισμό του καθαρού αλευριού από τα πίτουρα. Οι νοικοκυρές είχαν δύο ειδών κρισάρες: τη χοντρή, για το κοσκίνισμα του αλευριού του καθημερινού ψωμιού, και την ψιλή, για το λεπτό αλεύρι που προοριζόταν για τα πρόσφορα (λειτουργιές), τους κουραμπιέδες και τις γλυκές μπουγάτσες.
Λαΐνα: Μεγάλο πήλινο σκεύος με ευρύχωρη "κοιλιά" και αυτόνομο πήλινο καπάκι. Υπήρχαν δύο τύποι: η μία με στενό λαιμό και χερούλια κοντά στο στόμιο, και η άλλη χωρίς λαιμό με τις χειρολαβές προσαρμοσμένες απευθείας στην κοιλιά του αγγείου. Ήταν ιδανικές για την ασφαλή αποθήκευση και διατήρηση υγρών όπως το ξύδι, το πετιμέζι ή το παραδοσιακό τουρσί.
Λάμπα: Το βασικό φωτιστικό μέσο του σπιτιού, το οποίο λειτουργούσε με φωτιστικό πετρέλαιο. Στο κάτω μέρος διέθετε γυάλινη ή μεταλλική δεξαμενή για το πετρέλαιο (που χρησίμευε και ως βάση), πάνω στην οποία βιδωνόταν ο μεταλλικός μηχανισμός ρύθμισης του φυτιλιού. Ο μηχανισμός αυτός αγκάλιαζε το λαμπόγιαλο (το λεπτό προστατευτικό γυαλί), ενώ διέθετε και ειδικό έλασμα για να μπορεί η λάμπα να κρεμαστεί στον τοίχο.
Λεβέτη: Μεγάλο, βαρύ χαλκωματένιο (χάλκινο) κυλινδρικό καζάνι με δύο ισχυρά χερούλια στα χείλη του, με χωρητικότητα που άγγιζε τα 50 λίτρα. Χρησιμοποιούνταν στην ύπαιθρο ή στο ποτάμι για το βράσιμο μεγάλων ποσοτήτων νερού (για την μπουγάδα), για το μαγείρεμα στα μεγάλα τραπέζια των γάμων, καθώς και για τη διαδικασία απόσταξης του τσίπουρου και του ούζου.
Λυχνάρι (ή Φωτέλι): Μικρή, απλή τσίγκινη ή λαμαρινένια κωνική κατασκευή, από το στενό άνοιγμα της οποίας έβγαινε ένα πάνινο φυτίλι ποτισμένο με λάδι ή λίπος. Το κρεμούσαν συνήθως σε ένα καρφί μέσα στο τζάκι για να προσφέρει έναν αμυδρό, βοηθητικό φωτισμό στη γωνιά, ή το κρατούσαν στο χέρι για να κατεβούν στο σκοτεινό κατώι. Χαρακτηριστικό του ήταν ότι έβγαζε αρκετό καπνό (κάπνα).
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου