Η ιστορία του χωριού μας χάνεται βαθιά μέσα στον χρόνο. Τα γύρω τοπωνύμια, όπως Παλιοχώρι, Παλιοκάντουνο, Κάστρο, Αϊ-Λιας και Αϊ-Γιάννης, αποτελούν αδιάψευστους μάρτυρες μιας αδιάλειπτης ανθρώπινης παρουσίας στην περιοχή από τα πολύ παλιά χρόνια.
Η ίδια η ονομασία «Σπάτος» ή «Σπάτα» είναι μια λέξη με βαθιές ελληνικές ρίζες. Αναφέρεται συχνά από αρχαίους Έλληνες συγγραφείς και σημαίνει το δέρμα ή τα αποξέσματα δερμάτων, όπως σημειώνεται χαρακτηριστικά στα σχόλια για τον Αριστοφάνη και στο έγκριτο λεξικό LIDDELL Scott.
Μια άλλη εκδοχή θέλει το χωριό να πήρε το όνομά του από το επώνυμο των πρώτων οικιστών του, κάτι που συναντάται συχνά στην ιστορική έρευνα. Αξίζει να σημειωθεί ότι κατά τον 14ο αιώνα (1374), ο Γκίνης Μπούας Σπάτας, ηγεμόνας μιας αρβανίτικης φάρας, κυρίευσε και κατείχε για ένα διάστημα την Άρτα. Από εκεί, οι πληθυσμοί αυτοί μετακινήθηκαν προς την Αιτωλοακαρνανία και αργότερα εξαπλώθηκαν στην Πελοπόννησο, αφήνοντας το αποτύπωμά τους στην Αχαΐα, την Ηλεία και άλλες περιοχές.
Αν και πολλά τοπωνύμια στη γύρω περιοχή μαρτυρούν το πέρασμα ή την εγκατάσταση Αρβανιτών, οι μνήμες των παλαιότερων κατοίκων βεβαιώνουν πως καμία από τις οικογένειες του χωριού δεν έχει αρβανίτικη καταγωγή.
Αμέσως μετά την Τουρκοκρατία, κατά την περίοδο 1829–1830 και επί κυβερνήσεως Ιωάννη Καποδίστρια, η γαλλική επιστημονική αποστολή του στρατηγού Μαιζώνος πραγματοποίησε πληθυσμιακή απογραφή στην ελεύθερη πλέον Ελλάδα. Στην έρευνα αυτή αναφέρεται ότι τα Σπάτα ανήκαν τότε στην επαρχία Γαστούνης και αριθμούσαν συνολικά 18 οικογένειες.
Το 1845, με τη διοικητική διαίρεση του κράτους σε Νομούς, Επαρχίες και Δήμους (ΦΕΚ 32 - 08/12/1845), ο οικισμός εντάχθηκε στον Δήμο Βουπρασίων του Νομού Ηλείας, με έδρα τη Μανωλάδα. Το 1927 τα Σπάτα αναγνωρίστηκαν ως ανεξάρτητη κοινότητα. Διοικητικά παρέμειναν στον Νομό Ηλείας μέχρι το 1974, οπότε με απόφαση της Νομαρχίας Αχαΐας (ΦΕΚ 187 - 02/07/1974) ενσωματώθηκαν στον Νομό Αχαΐας. Εκκλησιαστικά, ωστόσο, το χωριό υπάγεται μέχρι σήμερα στην Ιερά Μητρόπολη Ηλείας στον Πύργο. Στις 17 Ιανουαρίου 1957 (ΦΕΚ 11), ο οικισμός μετονομάστηκε επίσημα σε Άγιος Νικόλαος.
Με την εφαρμογή του νόμου «Καποδίστριας», το χωριό συνενώθηκε με άλλους οικισμούς στον τότε νεοσύστατο Δήμο Λαρισσού, με έδρα το Λάππα. Αργότερα, με τη διοικητική μεταρρύθμιση του «Καλλικράτη», ολόκληρος ο Δήμος Λαρισσού εντάχθηκε στον ευρύτερο Δήμο Δυτικής Αχαΐας, με έδρα την Κάτω Αχαΐα.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της απογραφής του 2001, το Σπάτα είχε 384 μόνιμους κατοίκους, ο συνοικισμός του Αγίου Κωνσταντίνου αριθμούσε 140, ενώ στη Μονή του Αγίου Νικολάου απογράφηκαν 15 άτομα.
Οι κάτοικοι υπήρξαν ανέκαθεν άνθρωποι του μόχθου, βιοπαλαιστές, αγρότες και κτηνοτρόφοι. Με το πέρασμα των χρόνων, πολλοί αναζήτησαν ένα καλύτερο μέλλον στα μεγάλα αστικά κέντρα και κυρίως στην κοντινή Πάτρα. Παράλληλα, πολλοί νέοι του χωριού, ξεπερνώντας τις δυσκολίες της εποχής, σπούδασαν και προκόψαν, στελεχώνοντας την κοινωνία ως δάσκαλοι, καθηγητές, γιατροί και επιστήμονες.
Στις μέρες μας, στο χωριό παραμένουν μόνιμα περίπου 40 οικογένειες. Οι κάτοικοι συνεχίζουν με μεράκι τις παραδόσεις του τόπου, ασχολούμενοι με τη γεωργία, την κτηνοτροφία, καθώς και με την καλλιέργεια της ελιάς και των αμπελιών. Το Σπάτα φημίζεται για την πλούσια παραγωγή εξαιρετικού παρθένου ελαιολάδου, αλλά και για τα εκλεκτά, άριστης ποιότητας κρασιά του.












