Ένα ιστολόγιο για το χωριό Σπάτα Αχαΐας

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Παρασκευή 15 Μαΐου 2026
Η ιστορία του χωριού

Η ιστορία του χωριού χάνεται βαθιά μέσα στον χρόνο. Τα γύρω τοπωνύμια, όπως Παλιοχώρι, Παλιοκάντουνο, Κάστρο, Αϊ-Λιας και Αϊ-Γιάννης, αποτελούν αδιάψευστους μάρτυρες μιας αδιάλειπτης ανθρώπινης παρουσίας στην περιοχή από τα πολύ παλιά χρόνια.


Η ίδια η ονομασία «Σπάτος» ή «Σπάτα» είναι μια λέξη με βαθιές ελληνικές ρίζες. Αναφέρεται συχνά από αρχαίους Έλληνες συγγραφείς και σημαίνει το δέρμα ή τα αποξέσματα δερμάτων, όπως σημειώνεται χαρακτηριστικά στα σχόλια για τον Αριστοφάνη και στο έγκριτο λεξικό LIDDELL Scott.


Μια άλλη εκδοχή θέλει το χωριό να πήρε το όνομά του από το επώνυμο των πρώτων οικιστών του, κάτι που συναντάται συχνά στην ιστορική έρευνα. Αξίζει να σημειωθεί ότι κατά τον 14ο αιώνα (1374), ο Γκίνης Μπούας Σπάτας, ηγεμόνας μιας αρβανίτικης φάρας, κυρίευσε και κατείχε για ένα διάστημα την Άρτα.


Από εκεί, οι πληθυσμοί αυτοί μετακινήθηκαν προς την Αιτωλοακαρνανία και αργότερα εξαπλώθηκαν στην Πελοπόννησο, αφήνοντας το αποτύπωμά τους στην Αχαΐα, την Ηλεία και άλλες περιοχές.



Αν και πολλά τοπωνύμια στη γύρω περιοχή μαρτυρούν το πέρασμα ή την εγκατάσταση Αρβανιτών, οι μνήμες των παλαιότερων κατοίκων βεβαιώνουν πως καμία από τις οικογένειες του χωριού δεν έχει αρβανίτικη καταγωγή.


Αμέσως μετά την Τουρκοκρατία, κατά την περίοδο 1829–1830 και επί κυβερνήσεως Ιωάννη Καποδίστρια, η γαλλική επιστημονική αποστολή του στρατηγού Μαιζώνος πραγματοποίησε πληθυσμιακή απογραφή στην ελεύθερη πλέον Ελλάδα. Στην έρευνα αυτή αναφέρεται ότι το Σπάτα ανήκει τότε στην επαρχία Γαστούνης και αριθμούσαν συνολικά 18 οικογένειες.


Το 1845, με τη διοικητική διαίρεση του κράτους σε Νομούς, Επαρχίες και Δήμους (ΦΕΚ 32 - 08/12/1845), ο οικισμός εντάχθηκε στον Δήμο Βουπρασίων του Νομού Ηλείας, με έδρα τη Μανωλάδα. Το 1927 το Σπάτα αναγνωρίστηκε ως ανεξάρτητη κοινότητα. Διοικητικά παρέμεινε στον Νομό Ηλείας μέχρι το 1974, οπότε με απόφαση της Νομαρχίας Αχαΐας (ΦΕΚ 187 - 02/07/1974) ενσωματώθηκε στον Νομό Αχαΐας. 


Εκκλησιαστικά, ωστόσο, το χωριό υπάγεται μέχρι σήμερα στην Ιερά Μητρόπολη Ηλείας στον Πύργο. Στις 17 Ιανουαρίου 1957 (ΦΕΚ. 11/1957), ο οικισμός μετονομάστηκε επίσημα σε Άγιος Νικόλαος.



Με την εφαρμογή του νόμου «Καποδίστριας», το χωριό συνενώθηκε με άλλους οικισμούς στον τότε νεοσύστατο Δήμο Λαρισσού, με έδρα το Λάππα. Αργότερα, με τη διοικητική μεταρρύθμιση του «Καλλικράτη», ολόκληρος ο Δήμος Λαρισσού εντάχθηκε στον ευρύτερο Δήμο Δυτικής Αχαΐας, με έδρα την Κάτω Αχαΐα.


Σύμφωνα με τα στοιχεία της απογραφής του 2001, το Σπάτα είχε 384 μόνιμους κατοίκους, ο συνοικισμός του Αγίου Κωνσταντίνου αριθμούσε 140, ενώ στη Μονή του Αγίου Νικολάου απογράφηκαν 15 άτομα.


Οι κάτοικοι υπήρξαν ανέκαθεν άνθρωποι του μόχθου, βιοπαλαιστές, αγρότες και κτηνοτρόφοι. Με το πέρασμα των χρόνων, πολλοί αναζήτησαν ένα καλύτερο μέλλον στα μεγάλα αστικά κέντρα και κυρίως στην κοντινή Πάτρα.Παράλληλα, πολλοί νέοι του χωριού, ξεπερνώντας τις δυσκολίες της εποχής, σπούδασαν και προκόψαν, στελεχώνοντας την κοινωνία ως δάσκαλοι, καθηγητές, γιατροί και επιστήμονες.



Στις μέρες μας, στο χωριό παραμένουν μόνιμα περίπου 40 οικογένειες. Οι κάτοικοι συνεχίζουν με μεράκι τις παραδόσεις του τόπου, ασχολούμενοι με τη γεωργία, την κτηνοτροφία, καθώς και με την καλλιέργεια της ελιάς και των αμπελιών.


Το Σπάτα φημίζεται για την πλούσια παραγωγή εξαιρετικού παρθένου ελαιολάδου, αλλά και για τα εκλεκτά, άριστης ποιότητας κρασιά του.

Read more...
Τρίτη 15 Νοεμβρίου 2022
Ο Λαρισσός ποταμός

Ο Λαρισσός ποταμός πηγάζει από το όρος Μόβρη, τροφοδοτεί με τα νερά του τα πολύτιμα οικοσυστήματα του δάσους της Στροφιλιάς και εκβάλλει στο Ιόνιο πέλαγος.


Κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, επειδή η φυσική ροή του Λαρισσού λιγοστεύει, μεταφέρεται νερό από το φράγμα του Πηνειού μέσω τεχνητών καναλιών και διοχετεύεται στην κοίτη του ποταμού, προκειμένου να καλυφθούν οι ανάγκες άρδευσης των τοπικών καλλιεργειών.


ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ

Ο αρχαίος γεωγράφος Στράβων αναφέρει ότι δίπλα στον Λαρισσό υπήρχε η Λάρισσα, η πιο αξιόλογη πόλη των Πελασγών ή Προελλήνων, από την οποία πιστεύεται ότι πήρε το όνομά του και ο ίδιος ο ποταμός. Ίχνη από αυτούς τους προελληνικούς οικισμούς οι αρχαιολόγοι εντοπίζουν σήμερα μέσα στο «Τείχος των Δυμαίων» στον Άραξο, σε λόφους κοντά στο χωριό Λάππα Αχαΐας, καθώς και σε άλλα υψώματα της Δυτικής Αχαΐας. Αξίζει να σημειωθεί ότι εκείνη την εποχή, ολόκληρη η Πελοπόννησος ονομαζόταν Πελασγία ή Απία.


Κατά την ελληνική Μυθολογία, η Λάρισσα ήταν η μητέρα του Αχαιού, ενώ από τα νερά του ποταμού λέγεται ότι ήπιε και ο Ηρακλής. Οι αρχαίοι ονόμαζαν τον Λαρισσό ποταμό και Βουπράσιον. Σύμφωνα με τον περιηγητή Παυσανία, το αρχαίο Βουπράσιο βρισκόταν στην αριστερή όχθη του ποταμού και ανήκε στην επικράτεια της Ηλείας, απέχοντας 157 στάδια από την αρχαία Ήλιδα και 30 στάδια από τη Δύμη.


Διαχρονικά, ο Λαρισσός αποτελεί το φυσικό και αναγνωρισμένο όριο μεταξύ Αχαΐας και Ηλείας, γεγονός που τον κατέστησε πολλές φορές στο παρελθόν πεδίο αιματηρών μαχών ανάμεσα στους Αχαιούς (της Δυμαίας χώρας) και τους Ηλείους (της Βουπρασίας).


Ο ΘΡΥΛΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΛΑΡΙΣΣΟ

Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, τα χωριά Καρούσι και Μπάδα επικοινωνούσαν μεταξύ τους μέσω μιας υπόγειας σήραγγας, από την οποία περνούσε ο Λαρισσός ποταμός. Τα παιδιά από το Καρούσι, μαζί με τον καλόγερο που τους μάθαινε γράμματα, διέσχιζαν την περιοχή για να πάνε στο κρυφό σχολειό που λειτουργούσε στο Μπάδα.


Κάθε φορά, όμως, ο καλόγερος έφτανε στον προορισμό του πολύ νωρίτερα. Απορώντας για το πώς τα καταφέρνει, τα Καρουσόπουλα τον παρακολούθησαν κρυφά και ανακάλυψαν ότι χρησιμοποιούσε την υπόγεια σήραγγα. Την επόμενη μέρα, τα παιδιά πήραν κεριά και μπήκαν στη σήραγγα αποφασισμένα να φτάσουν στο Μπάδα πριν από τον δάσκαλό τους. Όμως, το ρεύμα του αέρα έσβησε τα κεριά τους μέσα στο απόλυτο σκοτάδι, με αποτέλεσμα τα παιδιά να χάσουν τον προσανατολισμό τους και να πνιγούν στο ποτάμι. Ο καλόγερος χρησιμοποιούσε φανάρι, κι έτσι έβλεπε χωρίς να κινδυνεύει να σβήσει η φλόγα. Ο θρύλος μάλιστα λέει πως τα φεσάκια των άτυχων παιδιών βρέθηκαν αργότερα να αναβλύζουν στην πηγή του Χατζούρη (στη Χαραυγή).

Την ιστορία αφηγήθηκε ο Γεώργιος Παπαδόπουλος, κάτοικος του χωριού Σπάτα.

ΧΗΜΙΚΕΣ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ

ΧΗΜΙΚΕΣ ΠΑΡΑΜΕΤΡΟΙ ΛΑΠΠΑ ΜΑΤΑΡΑΓΚΑ
ΑΜΜΩΝΙΟ 0,2 mg/l 0 mg/l
ΝΙΤΡΩΔΗ ΙΟΝΤΑ 0,3 mg/l 0,05 mg/l
ΝΙΤΡΙΚΟ ΑΛΑΣ 35 mg/l 10 mg/l
PH 7,5 7
ΟΛΙΚΗ ΣΚΛΗΡΟΤΗΤΑ 17 dH 12 dH
ΦΩΣΦΟΡΙΚΑ 1,7 mg/l 0 mg/l

Συγκρίνοντας τις τιμές ανάμεσα στις δύο περιοχές, παρατηρούμε καθαρά ότι το νερό στις πηγές (Ματαράγκα) είναι σημαντικά καθαρότερο από ό,τι κοντά στις εκβολές (Λάππα). Το χημικό αυτό συμπέρασμα επιβεβαιώθηκε απόλυτα και από τις βιολογικές μετρήσεις του νερού.


ΒΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΜΕΤΡΗΣΕΙΣ

Η μέτρηση της ρύπανσης ενός ποταμού μπορεί να αποτυπωθεί με ακρίβεια μέσω της παρατήρησης των μακροασπόνδυλων οργανισμών που διαβιούν στον πυθμένα του, κάτω από τις πέτρες ή μέσα στη λάσπη. Τα «ζωάκια» αυτά ταξινομούνται σε ομάδες ανάλογα με τον βαθμό ευαισθησίας ή ανθεκτικότητάς τους στη ρύπανση. Κατά τη διάρκεια της έρευνάς μας στις πηγές του Λαρισσού, εντοπίστηκαν:

  • Ένα ecdyonurus και πολλές προνύμφες ephemeroptera, οργανισμοί που ανήκουν στην πρώτη ομάδα και είναι εξαιρετικά ευαίσθητοι στη ρύπανση.
  • Ένα gamaridae, το οποίο ανήκει στη δεύτερη ομάδα (λιγότερο ευαίσθητοι οργανισμοί).
  • Ένα chironomidae, που ανήκει στην τρίτη ομάδα και χαρακτηρίζεται ως ανθεκτικό στη ρύπανση.


Αντίθετα, οι προσπάθειές μας να εντοπίσουμε ανάλογα μακροασπόνδυλα στον Λαρισσό αμέσως μετά το χωριό Λάππα απέτυχαν. Το μόνο που βρέθηκε ήταν ένα μικρό σκουλήκι (πιθανότατα tubifex, το οποίο κατατάσσεται στην τέταρτη κατηγορία, των εξαιρετικά ανθεκτικών οργανισμών). Η πλήρης ανυπαρξία οργανισμών από τις τρεις πρώτες κατηγορίες μάς οδηγεί στο ασφαλές συμπέρασμα ότι ο Λαρισσός στο τμήμα αυτό είναι, δυστυχώς, ένα «νεκρό» ποτάμι.


Read more...
Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2019
Ο Μυκηναϊσμός στην Αχαΐα

Στην Πλατανόβρυση (πρώην Μέτζενα) ερευνήθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 1930 μερικοί συλημένοι θαλαμωτοί τάφοι, ένας από τους οποίους περιείχε "συνήθη" μυκηναϊκά αγγεία. Στην ίδια περιοχή, στη θέση Καμίνι, υπάρχει και δεύτερο νεκροταφείο της περιοχής που δεν έχει εως τώρα ερευνηθεί.

Το μεγαλύτερο σε έκταση νεκροταφείο της περιοχής έχει εντοπιστεί και εν μέρει ερευνηθεί στον Άγιο Βασίλειο Χαλανδρίτσας. Η κεραμική που βρέθηκε στους θαλαμωτούς τάφους δεν διαφέρει από αυτήν που συναντάμε στα νεκροταφεία γύρω από τη Πάτρα. Από τα αξιολογότερα κτερίσματα των ταφών είναι ένας χάλκινος διπλός πέλεκυς. Σε γειτονική λοφοσειρά, γνωστή με το όνομα Τρουμπές, ανασκάφηκαν τρεις τάφοι, που στη βιβλιογραφία αναφέρονται λανθασμένα ως "θολωτοί". Πρόκειται, αντίθετα, για τυμβοειδείς κατασκευές, οι οποίες περιελάμβαναν κτιστούς θαλαμοειδείς τάφους, Τύμβος υπάρχει και στη περιοχή Αγραπιδιές.

Oι κιβωτιόσχημοι τάφοι του περιείχαν τέσσερα χειροποίητα αγγεία και μερικά πήλινα κομβία της ΜΕ ΙΙΙ - ΥΕ Ι περιόδου. Πρόκειται για εν μέρει κατεστραμμενα μνημεία, τα οποία δεν έχουν εως τώρα ερευνηθεί.

Στη θέση Σταυρός Χαλανδρίτσας έχει αποκαλυφθεί εκτεταμένος οικισμός, που ανάγεται στην ΥΕ ΙΙΙ Β - ΙΙΙ Γ περίοδο. Οι πληροφορίες που μας προσφέρει είναι ολοκληρωμένες και πολύπλευρες, καθώς αποτελεί μέχρι σήμερα το μοναδικό μυκηναϊκό οικισμό της δυτικής Αχαΐας, που η ανασκαφική έρευνα έχει φέρει στο φως κατα το μεγαλύτερο τμήμα του.

Ο οικισμός βρίσκεται κοντά στον αρχαίο δρόμο που οδηγούσε από τα παράλια προς την ενδοχώρα και, από την άποψη αυτή, η στρατηγική του σημασία στην ευρύτερη περιοχή είναι αυτονόητη. Εξάλλου την ίδια πορεία ακολουθεί και η σημερινή οδός Πατρών-Καλαβρύτων.Οι κατοικίες, μερικές από τις οποίες ήταν διώροφες, καταλαμβάνουν κυκλοτερώς την κορυφή και τα πρανή του χαμηλού λόφου. Αναγνωρίζονται ελεύθεροι κοινόχρηστοι χώροι αλλά και στενοί δρόμοι που συχνά καταλήγουν σε αδιέξοδο. Ιδιαίτερη αξία για την περιοχή της Δυτικής Αχαΐας εχει το γεγονός οτι η συγκεκριμένη εγκατάσταση ουδέποτε καταστράφηκε από φωτιά και δεν εγκαταλείφθηκε κατά την Υπομηκυναϊκή περίοδο. Ο πληθυσμός της, όμως, μειώθηκε δραματικά, προσλαμβάνοντας εμφανώς τις επιπτώσεις αρνητικών για τους Μυκηναίους εξελίξεων στην ευρύτερη περιοχή.

Στον ίδιο χώρο υπάρχουν ενδείξεις για παλαιότερη μεσοελλαδική παρουσία, η οποία είχε μάλλον τη μορφή νεκροταφείου γένους ή φυλής. Μια παλαιότερη πληροφορία για την ύπαρξη μυκηναϊκού οικισμού στα βόρεια της Χαλανδρίτσας, στη θέση Άγιος Αντώνιος, δεν έχει επιβεβαιωθεί από ευρήματα.

Στη θέση Πορί, κοντά στο γειτονικό Μοίραλι, αναφέρεται η ύπαρξηγ μυκηναϊκού νεκροταφείου θαλαμωτών τάφων, αλλά η ακριβής θέση του χώρου παραμένει άγνωστη.

Ιδιαίτερα σημαντική κατα τη Μυκηναϊκή περίοδο ήταν και η περιοχή του σημερινού Καταρράκτη. Στη θέση Δρακότρυπα ανασκάφηκε τμήμα οικισμού που χρονολογείται στη ΥΕ Ι και την ΥΕ ΙΙΙ περίοδο. Ένα μεγαλόσχημο κτίριο που ερευνήθηκε στον Άγιο Αθανάσιο κατοικήθηκε τόσο κατά τη Μεσοελλαδική όσο και την Υστεροελλαδική περίοδο, ενώ πιθανά ίχνη μυκηναϊκής κατοίκησης υπάρχουν και στον Άγιο Γεώργιο.

Ένας εκτεταμένος μεσοελλαδικός οικισμός στο Πυργάκι φανερώνει τη διαχρονική σπουδαιότητα της ευρύτερης περιοχής, η οποία κατέχει μια εξαιρετική στρατηγική θέση, καθώς αποτελεί σταυροδρόμι προς την ενδοχώρα της Αχαΐας, τη Δυμαία Χώρα, την Αρκαδία και τη Κορινθία.Τον κομβικό και μεγάλης σημασίας ρόλο της θέσης επιβεβαιώνει και η παρουσία δυο θολωτών τάφων πλησίον της Ροδιάς, οι οποίοι εκτός των άλλων περιείχαν ασημένια και χάλκινα σκεύη αλλά και χάλκινα όπλα, από τα οποία ξεχωρίζει εγχειρίδιο με διακόσμηση επίθετων δελφινιών από χρυσό και νίελο. Τμήμα νεκροταφείου θαλαμωτών τάφων ερευνήθηκε στη θέση Μπουγά-Καρέλα της Ροδιάς, οπου ορισμένοι από τους τάφους βρέθηκαν συλημένοι. Σε μικρή απόσταση από το νεκροταφείο αναφέρεται η ύπαρξη μυκηναϊκού οικισμού.

Σημαντικές μυκηναϊκές εγκαταστάσεις έχουν έρθει στο φως και στο δυτικό τμήμα του δήμου, το οποίο καταλαμβάνει η εύφορη πεδιάδα των Φαρρών. Στις ίδιες τις Φαρρές μερικοί τύμβοι με κτιστούς θαλαμοειδείς τάφους και γεωμετρικά ευρήματα φαίνεται να κατασκευάστηκαν προς το τέλος της Μεσοελλαδικής περιόδου και στην αρχή της Υστεροελλαδικής.

Στο Σταροχώρι (Λαλούσι), κοντά στο Κομποβούνι, υπάρχουν πληροφορίες για την ύπαρξη νεκροταφείου θαλαμωτών τάφων, ενώ βεβαιωμένη είναι η παρουσία τύμβου στη θέση Ξηρόκαμπος Σταροχωρίου, αμφίβολης όμως χρονολόγησης. Επίσης ασαφείς αναφορές κάνουν λόγο για πιθανή μυκηναϊκή κεραμική στο Βασιλικό, που ίσως προέρχεται από τάφο.

Πηγή: Ιωάννης Μόσχος, Ο Μυκηναϊσμός στην Αχαΐα, Εταιρεία Μελετών Μυκηναϊκής Αχαΐας 2007
Read more...
Σάββατο 10 Μαρτίου 2018
Κλήμα Παυσανία

Χρόνια πριν, ο Παρατηρητής βρέθηκε στην Πελοπόννησο μπροστά σε μια πινακίδα που έγραφε «Προς κλήμα Παυσανία». Το «Κλήμα του Παυσανία» βρίσκεται στον οικισμό Σελλά Παγκρατίου (στο 56ο χλμ. της οδού Τριπόλεως-Καλαβρύτων), στα σύνορα των νομών Αρκαδίας και Αχαΐας.



Το «Κλήμα» βοτανικά ανήκει στο είδος Vitis Vinifera Sylvestris (άγρια άμπελος), από το οποίο εξελίχθηκε το υποείδος Vitis Vinifera Sativa, όπου και προέρχονται οι σημερινές καλλιεργούμενες ποικιλίες αμπέλου.

O φημισμένος περιηγητής Παυσανίας, την άνοιξη του 172 μ.Χ. επισκέφθηκε τη συγκεκριμένη περιοχή για να διαπιστώσει εάν ήταν πραγματικότητα η φήμη που είχε ακούσει: ότι οι πέστροφες στον ποταμό Αροάνειο κελαηδούσαν όπως το πουλί τσίχλα!



Ο Παυσανίας στο βιβλίο του «Αρκαδικά» αναφέρει ότι ευρισκόμενος κοντά στο συγκεκριμένο ποτάμι μέχρι τη δύση του ηλίου, είδε μεν τις πέστροφες αλλά δεν τις άκουσε να μιλάνε. Τελικά, αυτό που πιθανότατα συνέβη είναι ότι κάποιος καλοφαγάς, ενθουσιασμένος με τη γεύση τους, είπε στον Παυσανία ότι κελαηδούν από νοσταλγική νοστιμιά!



Σύμφωνα με την παράδοση, ευρισκόμενος λοιπόν για τον παραπάνω λόγο κοντά στο σημείο που είναι σήμερα το Κλήμα, φαίνεται ότι αναζήτησε τον ίσκιο του. Οι κάτοικοι του χωριού τον φιλοξένησαν, παραθέτοντάς του γεύμα με πέστροφες και προσφέροντάς του δροσερό νερό από την παρακείμενη πηγή.



Το Κλήμα όμως αυτό το περιέλαβε και η μυθολογία, μπλέκοντάς το σε διάφορους μύθους. Ο επικρατέστερος θέλει τον Ηρακλή, ο οποίος κυνηγούσε τη χρυσόκερο Κερυνίτιδα Έλαφο, να φτάνει μέχρι εδώ. Τα μακριά μαλλιά της ελάφου μπερδεύτηκαν στα κλαδιά του κλήματος, με αποτέλεσμα ο ήρωας να τη συλλάβει. Εξ ου και το όνομα της θέσης «Κυνηγάρι». Εικάζεται λοιπόν ότι η ηλικία του Κλήματος, βάσει του μύθου, πρέπει να ξεπερνά τα 3.000 χρόνια.




Η Κληματαριά έχει χαρακτηριστεί ως Διατηρητέο Μνημείο της Φύσης. Είναι επιβλητική, μπερδεμένη στις πετρόμαντρες και κρεμασμένη σε αιωνόβιες πουρνάρες, καλύπτοντας μια τεράστια επιφάνεια στο προαύλιο του Ναού του Αγίου Νικολάου.



Το συνολικό μήκος του κλήματος αγγίζει περίπου τα 100 μέτρα και η τοποθεσία απέχει μόλις 190 χλμ. από την Αθήνα.

Κείμενο από τον τουριστικό οδηγό του νομού Αχαΐας.


Read more...
Κυριακή 11 Ιουνίου 2017
Προϊστορική Αχαΐα

Στην περιοχή της Αχαΐας έχει πλέον διαπιστωθεί η παρουσία του τροφοσυλλέκτη παλαιολιθικού ανθρώπου. Μετά από αρχαιολογική έρευνα σε δύο γειτονικές θέσεις στους πρόποδες του όρους Μόβρη, πλησίον του Ελαιοχωρίου του σημερινού Δήμου Δύμης, ήρθαν στο φως ξάστρα, λεπίδες και άλλα παλαιολιθικά εργαλεία.


Ωστόσο, πολύ πλουσιότερα είναι τα αρχαιολογικά ευρήματα σε περισσότερες από 70 προϊστορικές θέσεις, με διάρκεια κατοίκησης από τη Νεολιθική εποχή ως τα Πρωτογεωμετρικά χρόνια (περίπου 6.000 - 900 π.Χ.). Τα ευρήματα που αφορούν τον Αχαϊκό νεολιθικό άνθρωπο εντοπίστηκαν κυρίως στο χώρο του «Τείχους των Δυμαίων» πλησίον του Αράξου και στο χωριό Συλίβαινα κοντά στο Λάππα του σημερινού Δήμου Λαρισσού.


Τα αρχαιολογικά ευρήματα των υπόλοιπων θέσεων αναλύονται στις εξής περιόδους:

  • Πρωτοελλαδική Περίοδος (3.000 - 2.000 π.Χ.): Τα ευρήματα αφορούν την πρώιμη εποχή του χαλκού και εντοπίζονται στο Ελαιοχώρι, στο «Τείχος Δυμαίων», στο Αίγιο, στο «Σπήλαιο των Καστριών» (Δήμος Λευκασίου), στις Πόρτες (Δήμος Ωλενίας), στις Καμάρες (Δήμος Ερινεού) και στην Αιγείρα.
  • Μεσοελλαδική Περίοδος (2.000 - 1.600 π.Χ.): Τα ευρήματα της περιόδου αυτής εντοπίζονται ξανά στο Ελαιοχώρι και στο «Τείχος Δυμαίων», καθώς και στον Καταρράκτη και στου Μοίραλι (Δήμος Φαρρών), στην Αρραβωνίτσα (Δήμος Ερινεού), στη Συλίβαινα (Δήμος Λαρισσού) και στην Πάτρα (συνοικία της Παγώνας).
  • Μυκηναϊκή Εποχή: Σε αυτή την περίοδο αναφέρεται μια σημαντική σειρά αχαϊκών περιοχών, όπως ο Δήμος Μεσσάτιδος (Πετρωτό, Καλλιθέα, Κρήνη), ο Δήμος Ωλενίας (Μιτόπολη, Σπαλιαραίικα), ο Δήμος Πατρέων (Βούντενη, Κλάους, Παγώνα), τα Αγιοβλασίτικα του Δήμου Δύμης και η Χαλανδρίτσα του Δήμου Φαρρών.

Read more...
Κυριακή 23 Αυγούστου 2015
Δήμος Λαρισσού (Ιστορία)

1. Προϊστορία και Αρχαιότητα: Η Γέννηση της Λαρισσού Χώρας


Η ιστορία της περιοχής έχει τις ρίζες της βαθιά στο 5500 π.Χ., όταν στην περιοχή κυριαρχούσαν τα πρώτα Πελασγικά φύλα, οι Λέλεγες και αργότερα οι Κάρες, οι οποίοι ήλεγχαν το στρατηγικό πέρασμα του Κάβο Μαλέα και το Μπουγάζι του Αράξου. Σταδιακά δημιούργησαν τη Βουπρασία χώρα των Επειών, αναπτύσσοντας ένα σπουδαίο εμπορικό και οικονομικό κέντρο με υπέρλαμπρο πολιτισμό.


Γείτονας και ανταγωνιστής της Βουπρασίας χώρας μετά την 3η χιλιετία π.Χ. υπήρξε η Δυμαία χώρα. Τις εύφορες αυτές περιοχές διέρρεε και οριοθετούσε ο πολυθρύλητος ποταμός Λάρισσος, ένας τόπος γεμάτος ιστορικές μνήμες. Η μάχη της Ελίκης το 1089 π.Χ., με τη νίκη των Αχαιών έναντι των Ιώνων, υπήρξε καθοριστική, καθώς από αυτή την ομάδα των Αχαιών η ευρύτερη περιοχή ονομάστηκε Αχαΐα.


Κατά την Αχαιομηκυναϊκή εποχή, ο πολιτισμός της περιοχής έλαβε διαστάσεις αυτοκρατορίας. Στο σημερινό δημοτικό διαμέρισμα Ριόλου κυριαρχούσε η Αρχαία πόλη Λάρισα –όνομα πελασγικό που σημαίνει «Ακρόπολις»– η οποία, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, αριθμούσε χιλιάδες κατοίκους. Ήταν μια εύφορη περιοχή με μεγάλη εμπορική ανάπτυξη, που αποτελούσε παράλληλα θρησκευτικό λίκνο, όπου λατρευόταν η θεά Αθηνά η Λαρισαία και ο ίδιος ο ποταμός Λάρισσος ως ζωοφόρος θεότητα. Από την αρχαία αυτή πόλη και τον ποταμό της αντλεί το όνομά του ο Δήμος Λαρίσσου.



2. Ρωμαϊκά Χρόνια και Φραγκοκρατία: Εποχή Μεταβολών


Κατά την ύστερη αρχαιότητα, οι Ρωμαίοι αποίκισαν την περιοχή και πραγματοποίησαν τα πρώτα μεγάλα αποστραγγιστικά έργα για να ελέγξουν τις πλημμύρες. Προς το τέλος της ρωμαϊκής περιόδου, εγκαταστάθηκαν οι πρώτες διάσπαρτες οικογένειες Σλάβων.


Κατά τη Φραγκοκρατία που ακολούθησε, το αμυντικό σύστημα της περιοχής οργανώθηκε συστηματικά. Πέρα από το στρατηγικό «Τείχος Δυμαίων», οχυρώθηκε ένας πύργος στο Κουνουπέλι και χτίστηκαν παρατηρητήρια στα απέναντι βουνά της Μόβρης. Τον 14ο αιώνα άρχισαν να σχηματίζονται οι πρώτοι αλβανικοί οικισμοί στην πεδιάδα δίπλα στους ελληνικούς. Με την συνεχή αλλαγή κυρίαρχων (Φράγκοι, Βυζαντινοί, Βενετοί, Τούρκοι), η αβεβαιότητα οδήγησε στην ερήμωση των οικισμών και η περιοχή μετατράπηκε σταδιακά σε ένα πυκνό, απέραντο δρυοδάσος.


3. Η Τουρκοκρατία, η Επανάσταση του 1821 και το Βασιλικό Κτήμα


Στα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης, τα Μαύρα Βουνά και το πυκνό δάσος της Στροφυλιάς αποτέλεσαν ασφαλές καταφύγιο για τους Κλέφτες, χρησιμεύοντας ως ορμητήριο για τις επιθέσεις τους εναντίον των Τούρκων. Μετά την απελευθέρωση, πολλές οικογένειες κτηνοτρόφων κατέβηκαν από τα ορεινά προς τα πεδινά, ιδρύοντας μικρούς οικισμούς ανάμεσα στο δάσος και τις λίμνες, ανάμεσα στους οποίους ήταν τα χωριά Μέσα και Έξω Γκέρμπεσι.


Παράλληλα, ξεκίνησε η εντατική εκμετάλλευση των λατομείων λευκού λίθου από τη Μονή Χρυσοποδαρίτισσας, με την πέτρα να γίνεται περιζήτητη για τις οικοδομές της Πάτρας και της Δύμης. Το 1887, το κράτος δώρισε το δάσος της Μανωλάδας (μήκους 35 χλμ. από την Κάτω Αχαΐα έως τα Λεχαινά, γεμάτο βελανιδιές και αγραπιδιές) στον τότε διάδοχο Κωνσταντίνο ως προσωπικό του κτήμα, μαζί με το ξακουστό ιχθυοτροφείο του Πάπα. Στο χωριό Λάππα χτίστηκαν οι απαραίτητες βασιλικές εγκαταστάσεις (όπου στεγάζεται το σημερινό Κέντρο Πληροφόρησης) για τις κυνηγετικές του εξορμήσεις, ενώ οι εργασίες της σιδηροδρομικής γραμμής επισπεύσθηκαν για να δημιουργηθεί σταθμός κοντά στο κτήμα.


4. Ο 20ος Αιώνας: Πρόσφυγες, Πόλεμος και η Σύγχρονη Εποχή


Το 1923 η βασιλική δωρεά καταργήθηκε και το κράτος διένειμε τη γη σε πρόσφυγες και ακτήμονες των γύρω χωριών. Το 1940 ξεκίνησε η κατασκευή του αεροδρομίου στην καρδιά της περιοχής, έργο που καθυστέρησε σημαντικά λόγω του ελώδους εδάφους μέχρι τη γερμανική εισβολή.


Το 1943, οι Γερμανοί, περιμένοντας συμμαχική απόβαση στη δυτική Πελοπόννησο, οχύρωσαν βαριά την περιοχή. Στα υψώματα των Μαύρων Βουνών και του Κουνουπελίου εγκατέστησαν πολυβολεία, λάξευσαν αποθήκες πυρομαχικών στους βράχους και πόντισαν νάρκες στην είσοδο του Πατραϊκού κόλπου. Τα έργα αυτά προκάλεσαν ανεπανόρθωτες καταστροφές σε αρχαιολογικούς χώρους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το Τείχος Δυμαίων, όπου το γερμανικό πολυβολείο χτίστηκε μέσα στην ίδια τη Μυκηναϊκή ακρόπολη, καταστρέφοντας μέρος του αρχαίου τείχους για τη διάνοιξη του δρόμου.


Όλη αυτή η πυκνή ιστορική διαδρομή και τα απρόβλεπτα γεγονότα των αιώνων σηματοδότησαν τη γέννηση των νέων οικισμών, οριοθέτησαν τη νέα εποχή στην περιοχή του Λάρισου ποταμού και οδήγησαν τελικά στη συγκρότηση του σύγχρονου Δήμου Λαρίσσου.



Read more...
Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2013
Τείχος Δυμαίων

Το Τείχος Δημαίων ή Κάστρο της Καλόγριας αποτελεί μια σπουδαία προϊστορική μυκηναϊκή ακρόπολη στην Αχαΐα. Το οχυρό οικοδομήθηκε κατά την τελική νεολιθική περίοδο και παρέμεινε σε συνεχή χρήση για πολλούς αιώνες, μέχρι και την περίοδο της Ενετοκρατίας.


Βρίσκεται σε απόσταση 35 χιλιομέτρων από την Πάτρα, στο στρατηγικό ακρωτήριο του Αράξου στα Μαύρα Βουνά, εντός των ορίων του πρώην Δήμου Λαρισσού. Η σύγχρονη ονομασία «Κάστρο της Καλόγριας» προέρχεται από την ομώνυμη διάσημη παραλία που απλώνεται κοντά του, ενώ ιστορικά ονομάστηκε «Τείχος Δημαίων» επειδή βρισκόταν στην επικράτεια της αρχαίας Δυμαίας χώρας.


Μυθολογία και Κυκλώπεια Τείχη


Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία, το επιβλητικό τείχος έχτισε ο ίδιος ο Ηρακλής, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως αμυντικό ορμητήριο κατά τη διάρκεια του πολέμου του εναντίον των Ηλείων και του βασιλιά Αυγεία. Στην πραγματικότητα, η ακρόπολη αποτελούσε μια εξαιρετικά οχυρή θέση που προστάτευε την κατοικία του εκάστοτε τοπικού ηγεμόνα και λειτουργούσε ως το διοικητικό κέντρο της περιοχής.


Τα τείχη του κάστρου είναι κυκλώπεια και εντυπωσιάζουν με τις διαστάσεις τους, καθώς είχαν συνολικό μήκος 200 μέτρα, ύψος 10 μέτρα και πάχος που έφτανε τα 5 μέτρα.



Ιστορικές Συγκρούσεις και η Σύγχρονη Ιστορία


Κατά τους ιστορικούς χρόνους, το Τείχος αποτέλεσε το βασικό προπύργιο των Δυμαίων στις συγκρούσεις τους με τους Ηλείους. Περίπου το 220 π.Χ., το κάστρο καταλήφθηκε προσωρινά από τους Ηλείους υπό την ηγεσία του στρατηγού Ευριπίδα, αλλά οι Δυμαίοι κατάφεραν σύντομα να το ανακτήσουν με τη στρατιωτική βοήθεια του συμμάχου τους, βασιλιά Φιλίππου Ε΄ της Μακεδονίας.


Πολλοί αρχαιολόγοι πιθανολογούν ότι στη συγκεκριμένη θέση βρισκόταν κατά την αρχαιότητα η αρχαία πολίχνη Λάρισα. Δυστυχώς, η οχυρή αυτή θέση χρησιμοποιήθηκε ξανά πολύ αργότερα, το 1943, από τις ιταλικές και γερμανικές δυνάμεις κατοχής. Οι κατοχικές δυνάμεις προκάλεσαν σοβαρές καταστροφές στο μνημείο, γκρεμίζοντας ένα μέρος των αρχαίων κυκλώπειων τειχών για να ανοίξουν δρόμο για τα οχήματά τους και να κατασκευάσουν τσιμεντένια πολυβολεία.


Το Τείχος Δημαίων διασώζεται σε σημαντικό βαθμό μέχρι σήμερα, ενώ κατά καιρούς πραγματοποιούνται από την Αρχαιολογική Υπηρεσία συστηματικές εργασίες αναστήλωσης και συντήρησης.


Πηγή: Wikipedia
Read more...
Τρίτη 28 Δεκεμβρίου 2010
Η Δυτική Κορινθία είναι η Αχαΐα του Ομήρου

Η γεωγραφική περιοχή που είναι σήμερα γνωστή ως Δυτική Κορινθία, κατά την αρχαιότητα και τους ιστορικούς χρόνους, αποτελούσε μέρος της Αχαΐας. Το ανατολικότερο τμήμα της αρχαίας Αχαΐας μεταξύ Σικυώνος και Αιγείρας ανήκει σήμερα στην Κορινθία. Αντίθετα, στο νότιο ορεινό τμήμα της, η αρχαία Αχαΐα δεν συμπεριελάμβανε την επαρχία Καλαβρύτων, καθώς και τον σημερινό Δήμο Φενεού, που τότε ανήκαν στη βόρεια Αρκαδία.


Η Ομηρική Αχαΐα διέφερε ακόμη περισσότερο από τη σημερινή σε σχέση με εκείνη των ιστορικών χρόνων, καθώς εκτεινόταν μεταξύ της Πελλήνης ανατολικά (κοντά στο σημερινό Ξυλόκαστρο) και του Αιγίου δυτικά. Δηλαδή, η Ομηρική Αχαΐα ουσιαστικά κατελάμβανε τη ζώνη που αντιστοιχεί στη σημερινή Αιγιάλεια.


 Οι Γραπτές Μαρτυρίες και η Δωδεκάπολη


Την παλαιότερη μαρτυρία για την Αχαΐα βρίσκουμε στην ιστορία του Ηροδότου (5ος αι. π.Χ.), όπου απαριθμούνται 12 πόλεις και μεταξύ αυτών οι: Πελλήνη, Αίγειρα, Αιγαί, Βούρα, Ελίκη, Αίγιον. Οι πόλεις Αίγειρα, Βούρα, Κερύνεια, Ελίκη και Αίγιον αναφέρονται επίσης σε απόσπασμα κειμένου του Αισχύλου, το οποίο είναι παλαιότερο του Ηροδότου κατά μερικές δεκαετίες.


Την Ηροδότεια διαίρεση της Αχαΐας σε δώδεκα πόλεις-επικράτειες ακολουθούν ο γεωγράφος Στράβων (1ος αι. π.Χ. - 1ος αι. μ.Χ.) και ο περιηγητής Παυσανίας (2ος αι. μ.Χ.). Ο ιστορικός Πολύβιος (3ος-2ος αι. π.Χ.) γνωρίζει την ίδια διοικητική διαίρεση, αλλά αναφέρει ότι η Ελίκη δεν υπήρχε στην εποχή του, καθώς είχε καταστραφεί ολοσχερώς από τον τρομερό σεισμό του 373 π.Χ. Στη θέση της έκτοτε αναφέρεται η Κερύνεια, νοτιοανατολικά της Ελίκης.


Από την Αχαϊκή Δωδεκάπολη, μόνο πέντε πόλεις είναι γνωστές στον Όμηρο: η Πελλήνη, η Υπερησίη (η μεταγενέστερη Αίγειρα), οι Αιγές, η Ελίκη και το Αίγιον. Στον Νηών Κατάλογο της Ιλιάδας, οι πόλεις αυτές απαριθμούνται ως τμήμα του μυκηναϊκού βασιλείου του Αγαμέμνονα (ονομαζόμενο ως Αιγιαλός), το οποίο δεν περιλάμβανε καμία από τις αχαϊκές πόλεις δυτικά του Αιγίου.



Ο Αποικισμός της Δύσης και οι Τοπικές Συγκρούσεις


Ο πυρήνας της μετέπειτα Αχαΐας βρίσκεται στον Ομηρικό Αιγιαλό. Αυτό επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι στον Αχαϊκό αποικισμό της Δύσης πήραν μέρος μόνον πόλεις της ανατολικής Αχαΐας:

  • Η Ελίκη το 730 π.Χ. ηγήθηκε του αποικισμού στην Κάτω Ιταλία με την ίδρυση της διάσημης αποικίας της Συβάρεως, με τη συμμετοχή των Αιγών και της Βούρας.
  • Οι Ρύπες και το Αίγιον ίδρυσαν τις αποικίες του Κρότωνα και της Καυλωνίας πριν από το τέλος του 8ου αι. π.Χ.
  • Αργότερα, στα τέλη του 7ου αι. π.Χ., μόνο οι ανατολικοί Αχαιοί συμμετείχαν στην ίδρυση του Μεταποντίου και της Ποσειδωνίας (θυγατρικές της Συβάρεως). Καμία πόλη της δυτικής Αχαΐας δεν συμμετείχε σε αυτές τις κινήσεις.


Παράλληλα, οι ανατολικές πόλεις πρωταγωνιστούσαν στις πελοποννησιακές εξελίξεις: Το Αίγιον πολέμησε εναντίον των Αιτωλών για τον έλεγχο του Κορινθιακού κόλπου, ενώ η Πελλήνη και η Αίγειρα συγκρούστηκαν με τους Σικυωνίους. Η Αίγειρα μάλιστα (που προηγουμένως ονομαζόταν Υπερησία) πήρε το νέο της όνομα μετά από νίκη κατά των Σικυωνίων το δεύτερο μισό του 7ου αι. π.Χ., χάρη στο πασίγνωστο τέχνασμα με τις αίγες (κατσίκες) που περιγράφει ο Παυσανίας.


Η Ρίζα «Αιγ-» και η Επιβίωση του Ονόματος


Στην περιοχή του Ομηρικού Αιγιαλού επικρατούν ονόματα πόλεων, περιοχών και προσώπων με την ίδια ρίζα αιγ-. Ο Αιγιαλεύς, από τον οποίο ονομάστηκε η ζώνη, ήταν ο αυτόχθων βασιλιάς της Σικυώνας (της οποίας το αρχαιότατο όνομα ήταν Αιγιάλη). Τρεις από τις πόλεις του Αιγιαλού φέρουν τα ονόματα Αίγιον, Αίγειρα και Αιγές.


Το παλαιό όνομα Αιγιαλός παρέμενε σε χρήση στην Αχαΐα ακόμη και κατά την ύστερη αρχαιότητα, αιώνες μετά την εγκατάσταση των Αχαιών υπό τον Τισαμενό (12ος αι. π.Χ.), ενώ ακόμη και σήμερα συναντάμε τον οικισμό Άνω Αιγιαλός, νοτιοδυτικά από το Δερβένι.


Κύρια Συμπεράσματα
  1. Η Ομηρική Αχαΐα εκτεινόταν μεταξύ Πελλήνης (κοντά στο Ξυλόκαστρο) και Αιγίου, καλύπτοντας τη σημερινή Αιγιάλεια και τη Δυτική Κορινθία.
  2. Ο σχηματισμός της ενιαίας επαρχίας ξεκίνησε από τον Αιγιαλό αμέσως μετά τη λήξη της βασιλείας και την καθιέρωση της αριστοκρατίας γύρω στον 9ο αι. π.Χ., με τον 8ο αιώνα να αποτελεί την κρίσιμη καμπή για την αυτονομία και την ισχύ των πόλεων αυτών.
  3. Η ιστορική Αχαΐα γεννήθηκε ουσιαστικά τον 6ο αι. π.Χ., μετά την προσχώρηση και ένωση των πόλεων της δυτικής Αχαΐας, οπότε και θεσπίστηκε η επίσημη Αχαϊκή Δωδεκάπολις (Συμπολιτεία).
Read more...
Διαφημίσεις